30 Ιαν 2012


Ξύπνησα από τις φωνές μικρών χαρούμενων παιδιών της Παλαιστίνης και την πρωινή βροχή 3 ημερών. Το είχα ξεχάσει αυτό, το πως είναι ασταμάτητη εδώ και πως το τοπίο μιαν άλλη ποίηση. Το μέρος είναι γεμάτο αναμνήσεις. Με κυνηγάνε φαντάσματα διάφορων προσώπων, τα οποία φαίνεται πως θα είναι μόνιμα πια συνδεδεμένα με αυτό το κτίριο.
Η Alaais στο διπλανό δωμάτιο είναι μια όμορφη κι μικρή Παλαιστίνια, από τα άτομα που κάνουν τον κόσμο να δείχνει ευρύτερος. Μιλάει νωρίς το πρωί μέσω σύνδεσης, με τα αδελφάκια της μάλλον. Με ξυπνάει αυτό, αλλά δεν με ενοχλεί. Είναι ένας τρόπος να βρίσκομαι ξαφνικά μέσα στους θορύβους μιας Παλαιστινιακής πολυμελούς οικογένειας που μόλις ξυπνάει και θα πάει σχολείο. Θα ήθελα να της πω να μου έδειχνε τα μαλλιά της κάτω από την μαντήλα, θα ήταν κάπως προβοκατόρικο, αλλά μπορεί και να της άρεσε.
Προς το παρόν, βροχή, Pascal Comelade και μια φωτογραφία απο το παράθυρο ενός δωματίου το οποίο, αν δεν κάνω λάθος, πριν 6 χρόνια ήταν το δωμάτιό της, και στο ξέστρωτο κρεβάτι απέναντί μου, κάναμε έρωτα κάποτε. Γυμνή μετά το μπάνιο. Και τώρα είμαι ψύχραιμος, με τη λογική-σωσίβιο και μια βροχή που ανεβάζει την στάθμη της θάλασσας των πνιγηρών αναμνήσεων.

21 Ιαν 2012

Homeless Sunday Mornings

“..Τι όμορφο το νέο μου σπίτι, ανοίγεις το παράθυρο Κυριακή πρωί και η εικόνα έτοιμη μπροστά σου. Περασμένες μέρες έκανε περισσότερο κρύο. Σήμερα ψιλή βροχή κι ένα αγγελούδι με πιπίλα. Ζωτικός χώρος τετραγωνικών για καθισμένους και θολά τζάμια. (Πρόσεξα πως δίπλα τους κοιμόταν και δεύτερο μωρό). Μάλλον άλλαζανε σημείο κάθε βράδυ. Μέσα στη πόλη, για περισσότερη ασφάλεια. Όταν τον ρώτησα, απάντησε με γλώσσα μετανάστη: από εδώ είμαστε, δεν έχομε σπίτια.
Το μισό μου φαΐ σε μια σακούλα. Αφού την ετοίμασα, στάθηκα ακίνητος ένα λεπτό να καταλάβω γιατί το κάνω αυτό. Νωρίτερα πήγα να παραλάβω ένα δέμα της ευμάρειας. Κλεφτή ματιά, για να εισπράξω χαμόγελο, πίσω από πιπίλα.
Όμορφες πόλεις. Καλοντυμένες φιλόπτωχες μπροστά σε κάμερα και μια φράση κάπου, μιλούσε για το ξεπεσμό της εξέγερσης σε φιλανθρωπία. Καρδιές γεμάτες αίμα έτσι κι αλλιώς. Μέχρι να δούμε που θα καταλήξει ο εφιάλτης και ποιες πράξεις του αντιπαρέρχονται..”

21 Νοε 2010

...Έξω από το σταθμό Gare du Nord του Παρισιού, οι δρόμοι είναι γεμάτοι κόσμο μέσα στη νύχτα. Μετανάστες από αφρικανικές χώρες και αραβόφωνοι. Στις γωνιές του κτιρίου, φωτιές μέσα σε βαρέλια, λερά πεζοδρόμια, άστεγοι τυλιγμένοι σε κουρέλια και διαλυμένα έπιπλα. Νιώθω ανοίκεια, λίγο επικίνδυνα.. Για αρκετή ώρα ψάχνω μόνος μου να βρω πως θα πάω εκεί όπου ήταν να μείνω. Μετά ρωτάω τον πρώτο που περνά από κοντά μου. Μια μαύρη γυναίκα. “Που είναι...;” Επί ένα τέταρτο με βοηθάει να βρω τη σωστή στάση λεωφορείου. Δεν μου δείχνει απλά προς τα πού είναι. Με πάει μέχρι εκεί. Έχει διακριτικότητα και τακτ στους τρόπους της. Με ρωτάει από πού είμαι και μου λέει Grèce est Belle. Στη στάση με χαιρετάει, χαμογελώντας, προσπαθώντας να μιλήσει σπαστά αγγλικά μου λέει “καλή τύχη!”. Θυμήθηκα πριν μερικά χρόνια ίδια πόλη, ίδια εποχή και ώρα, αλλά σε φιλήσυχη γειτονιά, είχα ρωτήσει το ίδιο, μια καλοντυμένη ξανθιά γυναίκα ίδιας ηλικίας, προσπέρασε παγωμένα χωρίς να με κοιτάξει. ..Το τελευταίο λεωφορείο έχει φύγει. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Τυχαία μέσα στο σκοτάδι σταματάω κάποιον που κατηφορίζει. Προσπαθεί να καταλάβει τι ζητάω. Μου λέει να τον ακολουθήσω. Το κάνει με τον απλό, πρόθυμο τρόπο κάποιου που ξέρει και θέλει να δείξει και στον άλλον. Ανεβαίνουμε πάλι τη λεωφόρο. Μου λέει με νοήματα πως είναι πολύ μακριά να πάω με τα πόδια. Τον λένε Ahmed, Έχει φίλους που δούλεψαν στην Ελλάδα. Εγώ του λέω για τον Abdu και τη Saadia. “Vient!”. Με πάει από μια μικρή, σχεδόν κρυφή, πόρτα του Μετρό, δεν έχει αυτόματες πόρτες όπως αλλού και δεν χρειάζεται να πληρώσεις. Αλλάζουμε δρομολόγια και βγαίνουμε στο πίσω μέρος της Montmartre. Ήταν πολύ μακριά. Στη γωνιά μου εξηγεί προς τα πού να πάω. Τον ευχαριστώ, δεν χρειάζεται μου λέει, χαμογελώντας. Έστριψε πάλι και γύρισε από εκεί που ήρθαμε.

…Τυχαία, ένα μήνα αργότερα, είδα τις ειδήσεις στο δίκτυο: “..Ταραχές ξέσπάσαν πάλι, αυτή τη φορά σε κεντρική περιοχή του Παρισιού μετά τη σύλληψη Άραβα μετανάστη δεύτερης γενιάς, ο οποίος επιχείρησε να εισέλθει σε σταθμό του Παρισινού Μετρό, από αφύλακτη είσοδο χωρίς να πληρώσει αντίτιμο. Οι αστυνομικοί φέρονται να προσήγαγαν με βίαιο τρόπο τον συλληφθέντα μπροστά σε περίοικους, οι οποίοι αντέδρασαν και προσπάθησαν να τον αποσπάσουν από τους αστυνομικούς. Ειδικές δυνάμεις κατέφθασαν στη περιοχή και ακολούθησαν προσαγωγές υπόπτων και επιχείρηση-σκούπα με χρήση δακρυγόνων και μηχανοκίνητες μονάδες για την αντιμετώπιση νεαρών μεταναστών που απάντησαν με πέτρες και ξύλα..” Κατόπιν έδειχνε τον Ν. Σαρκοζί να δηλώνει με σιγουριά και έπαρση, ακούγοντας με αδημονία μια γριά κυρία που παραπονιόταν για αυτή τη κατάσταση: “Mην ανησυχείτε κυρία μου και θα τα κανονίσουμε αυτά τα παλιοτόμαρα..” Παλιοτόμαρο…;

(Παρίσι, 03.2007)

26 Ιουλ 2010

Lhasa de Sela


H Λάσα Γιορρόνα και οι αδερφές της φτιάξανε ένα τσίρκο που θα περιδιάβαινε όλη την Αμερική. Από τις άκρες της Χιλής και τα υψίπεδα της Παραγουάης, μέχρι τα πανηγύρια του Τέξας και τις καλοκαιρινές γιορτές της Καλιφόρνια. Το τσίρκο δεν είχε ζώα. Είχε μόνο ζογκλέρ, ακροβατιστές κι ένα υπερθέαμα θεατρικής έμπνευσης. "Μια τσιγγάνικη αναβίωση", δήλωνε, το αίμα που θα ήθελε να έχει. Η Λάσα στα διαλείμματα έλεγε τραγούδια μαζί με τον Υβ Ντεροζιέ που έβαζε τη μουσική στα παραδοσιακά πλαίσια των υπαίθριων τραγουδιών του Μεξικό.

Δεν ήταν παραπάνω από 22. Η φωνή της όμως είχε τη νωθρότητα και τη πικράδα που θα την κάνανε διάσημη. Hija quedate conmigo un rato..Ένα ασπρόμαυρο φεγγάρι με μια κορώνα στη μέση του που υψώνονταν καθώς περνούσανε στα όρια του New Mexico. Ένας βραδύς νυχτερινός αέρας ζέσταινε. Φωτιές καίγανε στα χωράφια με τα σπαρτά, εαρινές φωτιές για τη γονιμότητα του εδάφους, μια δοξολογία που τα ζώα κοιτούσανε αποσβολωμένα.
-Jours Tristes?
-…Non.

υγ: Για τον θάνατο της Λασα έμαθα μισό χρόνο μετά. Πέρασε 21 μήνες με το παίδεμα του breast cancer. Οι δικοί της περιγράφουν το πως προσπαθούσε με χιούμορ και δύναμη να ανταπεξέλθει. Χιόνιζε για 40 ώρες μετά την κηδεία της στο Μόντρεαλ.

(Η συγκυρία ήταν να το μάθω απο μήνυμα της G., σκληρό και πικρό. Μου ανακοίνωσε ότι έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Τώρα έχει 10 μαύρα ράμματα στον αριστερό καρπό. Η μητέρα της είναι μαζί, στην Ankara. "Καπνίζουμε μαζί" μου γράφει. Έμεινα μια μέρα αποσβωλομένος. Το μυαλό μου αδειο. Πριν δυο χρόνια θα ήμουν γεματος πανικό. Θυμάσαι πως ήταν.
Δεν σκέφτομαι τώρα. Mονάχα της εύχομαι πράγματα, και ζω ψύχραιμα για το καλύτερο. Έτσι κι αλλιώς το ανακάλυψα εχθές στο λαθραίο μου αναγνωστήριο: "..καμιά σχέση πάθους δεν επιβιώνει χωρίς τον φόβο της απώλειας..". Το βιώσαμε αυτό, έτσι δε είναι;)



19 Φεβ 2008

Good Newz..


Σου έχω ευχάριστα νέα. Αν δεν μιλάς καιρό μπορείς μετά να πεις ευχάριστα παραμύθια και ‘γω τώρα θα σου πω ένα: Τίποτα δεν πηγαίνει σωστά σε αυτή την πόλη. Οι μετανάστες δεν συχνάζουν σο κέντρο της, ο αέρας έχει πικρή γεύση, κι εγώ σήμερα το βράδυ στάθηκα για μισό λεπτό στο κέντρο της κεντρικής λεωφόρου και ήταν άδεια. Τα φώτα των ξενοδοχείων και τα συνθήματα στους τοίχους. Ξέρεις ποια είναι η ιστορία. Τα παράτησα όλα. Και μισθό, και πιθανότητες ακαδημαϊκής καριέρας, και συνεδριακά ταξιδάκια από το Ρέικιαβικ στο Μπιλμπάο, και γύρισα στο μπουρδέλο..

Εδώ και κάμποσους μήνες δεν σκέφτομαι. Μόνο έχω βρει ένα σπίτι που πετάει πάνω από την πόλη και χαζεύω τα καράβια αραγμένα στον κόλπο. Και είμαι μαζί της. Το επέλεξα και το έκανα. Μένει δυο στενά πιο κάτω, στην αρχή της υπεράνω πόλης. Αλλά μαλώνουμε. Συνέχεια. Άδοξη πραγματικότητα, αν σκεφτείς τι ωραία ιστορία αγάπης ξεκίνησε πριν ένα χρόνο ακριβώς, τότε που βίωνα και σου διηγιόμουνα για την αποστειρωμένη πόλη, όπου συνδυασμοί λέξεων όπως “άγρια χαρά” δεν έχουν καμία θέση. Η κυριαρχία της μετριότητας και άλλα πολλά των λεξικών για μπροσούρες.

Επίσης σου έχω ένα ακόμα χαρμόσυνο: δεν είμαι καθόλου κερδοσκοπικός έμβιος οργανισμός. Το συνειδητοποίησα στην συνέντευξη εργασίας όπου ήμουν μάγκας αρκετά να καταλάβω πρώτος ποιοι θα θελήσουν να προσλάβουν και τους σήκωσα σημαία. Αλλά είδα κατόπιν τι καρχαρίες είναι και κόπηκα σαν σχολιαρόπαιδο. Είναι μπουρδέλο, το είπαμε. Τώρα κάθομαι άεργος με τα λεφτά του Ε301 και περιμένω να βγεί η σύμβαση. Αν είναι κοντά θα τα μαζέψω για το ταξίδι. Αν είναι μακριά θα είναι ταξίδι απο μόνο του.

Και πρέπει να σου πω και την αφορμή. Θυμήθηκα της Μαρία Αλμέιδα, και μπήκα να δω τι κάνει. Είχε δυο μήνες στην Ευρώπη, πήγε Κολωνία, την φιλοξένησε ο Κοστώφ στο Gebaude 9, με συναυλίες Gogol Bordello, fanfare Ciocarlia και άλλα ενθουσιαστικά. Σερβία, Οχρίδα, Βουλγαρία καβάλα στο Balκαn Express. Είδα τις φώτο, κοκκινομάλλα βαμμένη με λευκό δέρμα, σαν ροκσταρ. Το κορίτσι μεγάλωσε. Η παρέα της ήταν όμορφα σιωπηλή μπροστά στο φακό με την αποχαύνωση της μαγείας της διαρκούς διασκεδαστικής κατάστασης, που τους κάνει όλους όμορφους. Ήταν να τους φιλοξενήσω, και να της κάνω δώρο τη Πόλη Φαντασμάτων, να της δείξω τους κήπους του Πασά, το Μαυσωλείο και την Στήλη των Όφεων, αλλά δεν ήρθε. Όταν μου πει γιατί θα σου πω και σένα. Αυτή πάντως ήταν η αφορμή.

Προς το παρόν θα συνεχίζουμε τους ακτiβισμούς μας, θα μπαίνουμε στα συνέδρια και θα τους γαμάμε την βιoπoλιτikή. Και περιμένω την ευκαιρία και την έμπνευση κάποια στιγμή να ξυπνήσω από τα ψηφιακά ναρκωτικά και να το κάνω, ή να την κάνω πάλι. Θέλω 10 χιλιάρικα για να συνεχίσω και μετά να πάμε με τον Πάνo για Λατιναμέρικα, η Αλμέιδα θα περιμένει στο Ρίο και η Valeria στο B. Aires, και σίγουρα η πορεία θα γράφει Επιστροφή στην Θούλη και στον Παγετώνα που πεθαίνει. Σαν τον Παππού τον Πλοίκα, σαν τα όνειρα μας και τη σηματοδότηση της αρχής της Κλιματικής Παρακμής. Εδώ πέρα, έτσι κι αλλιώς μάγκα μου, οι αστικές ονειρώξεις έχουν περιορισμένη εμβέλεια. Βαρέθηκα. Αλλαγή. Άνοιξη…

11 Δεκ 2007

Επικήδειες τιμές: Μια ιστορία του Danilo Kiš για τον αναρχικό Μπαντούρα και την πουτάνα Μαριέττα


Η ιστορία διαδραματίζεται το 1923 ή ’24. Νομίζω στο Αμβούργο. Είναι η εποχή της οικονομικής κρίσης και των ραγδαίων υποτιμήσεων: ένας λιμενεργάτης βγάζει μεροκάματο δεκαεφτά δισεκατομμύρια μάρκα και οι καλές πόρνες για τις υπηρεσίες τους ζητάνε τα τριπλάσια. (Οι ναύτες στο λιμάνι του Αμβούργου τα «ψιλά» τους τα φυλάνε σε χάρτινες κούτες κάτω από τη μασχάλη.)

Σε ένα ροζ δωματιάκι της περιοχής του λιμανιού πέθανε ξαφνικά, από πνευμονία, μια πόρνη με το όνομα Μαριέττα. Ο Ουκρανός Μπαντούρα, ναύτης και επαναστάτης, ισχυριζόταν ότι «την έκαψε ο έρωτας». Του ήταν αδύνατο να συσχετίσει το θεϊκό της σώμα με κάτι τόσο κοινότοπο σαν την πνευμονία, που επιπλέον είναι «αστική ασθένεια». «Σαν να κάηκε στην πυρά». Έλεγε. Μολονότι είχαν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια από το γεγονός, η φωνή του Μπαντούρα, ακόμα και τώρα, καθώς μιλούσε γι’ αυτό, ακουγόταν βραχνή και έτρεμε, σαν να τον έπνιγε ο βήχας. Δεν έφταιγε μόνο το αλκοόλ, αν και, κακά τα ψέματα, ο Μπαντούρα εκείνο τον καιρό ήταν ήδη ερείπιο, διωγμένος από τους δικούς του, και θύμιζε ένα μεγάλο σκουριασμένο καράβι που σαπίζει, αραγμένο, στα ρηχά.

«Πίστεψέ με», μουγκρίζει ο Μπαντούρα, «καμιά πουτάνα σε όλο τον κόσμο δεν θρηνήθηκε πιο ειλικρινά… Καμιά δεν κηδεύτηκε με μεγαλύτερες τιμές».

Για την κηδεία της Μαριέττας ερημώθηκαν τα παρτέρια των δημοτικών θερμοκηπίων και λεηλατήθηκαν οι κήποι των εξοχικών επαύλεων, τα σκυλιά γάβγιζαν όλη τη νύχτα, οι μολοσσοί και τα λυκόσκυλα ούρλιαζαν, προσπαθώντας να σπάσουν τα περιλαίμια τους που θυμίζουν ακάνθινο στεφάνι. Οι χαλκάδες των βαριών αλυσίδων σύρονταν στα τεντωμένα ατσάλινα σύρματα, λες και χτυπούσαν οι αλυσίδες όλων των σκλάβων της ιστορίας, αλλά και κανείς δεν υποψιάστηκε, ούτε καν οι ταλαίπωροι γερο-κηπουροί, που τα πονεμένα κόκαλά τους έκρυβαν ένα ιστορικό αρρώστιας μακρύ σαν την ιστορία του προλεταριάτου, κανείς δεν υποψιάστηκε, λοιπόν, ότι εκείνη τη νύχτα είχε ξεσπάσει μια μικρή, ιδιαίτερη επανάσταση: οι ναυτικοί από το λιμάνι του Αμβούργου κατέλαβαν αιφνιδιαστικά τις ενορίες των πλουσίων και αυτά τα παιδιά των προλεταρίων από τη Χάβρη, τη Μασσαλία, την Αμβέρσα, κάτω από τα φτερά της νύχτας έσφαξαν τις γλαδιόλες, θερίζοντας σύρριζα τα κοτσάνια με κοφτερούς ναυτικούς σουγιάδες, και τσαλαπάτησαν με τις ξεχαρβαλωμένες αρβύλες τους όλη τη μικρότερη βλάστηση που δεν άξιζε μαχαίρι. Εκείνη τη νύχτα τα πάρκα και οι κήποι «καταπατήθηκαν βάρβαρα» και δεν γλίτωσε ούτε το Δημοτικό Άλσος, ούτε το Πάρκο του Δημαρχείου, «δυο βήματα από την αστυνομία». «Η βάρβαρη αυτή πράξη», έγραφαν οι εφημερίδες, «οφείλεται αναμφίβολα σε άτομα με αναρχικές τάσεις και αδίστακτους λαθρεμπόρους λουλουδιών».

Στο τάφο της Μαριέττας μεταφέρθηκαν ολόκληρες τριανταφυλλιές, άσπρες και κόκκινες, καθώς επίσης πευκόκλαδα με νωπές μαχαιριές, τουλίπες και χρυσάνθεμα, πυράκανθοι, γαλανές ορτανσίες, παρακμιακές ίριδες, αυτά τα έκφυλα λουλούδια της μπελ επόκ, υάκινθοι και πολύτιμες μαύρες τουλίπες, νυχτολούλουδα, νεκρικοί κέρινοι κρίνοι, το άνθος της αγνότητας και της πρώτης Μετάληψης, μενεξεδένιες πασχαλιές που αποπνέουν σήψη, κακόμοιρες ορτανσίες και αποκρουστικές γλαδιόλες (αυτές ήταν οι περισσότερες), χλομές και ροζέ, άγιες, αγγελικές γλαδιόλες, φορτισμένες με όλο το μυστικισμό του ρόδου και του ξίφους, και όλα αυτά στον αστερισμό του σάπιου πλούτου, στον αστερισμό της ψυχρής πολυτέλειας των επαύλεων, γλαδιόλες θανάσιμα πληθωρικές, ποτισμένες με τον ιδρώτα των ταλαίπωρων γερο-κηπουρών, με τα σιντριβάνια των ποτιστηριών, με την τεχνητή βροχή των αρτεσιανών φρεάτων, ούτως ώστε να προστατεύεται απ τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες η νοσηρή άνθηση αυτών των στείρων λουλουδιών που δεν έχουν καμιά μυρωδιά, ούτε καν ψαρίλας, παρά την εκπληκτική τους μορφή με τις αρθρώσεις σαν δαγκάνες αστακού, παρά τις κέρινες καμπύλες των πετάλων και την απατηλή αιχμηρότητα των μπουμπουκιών- όλη αυτή η τερατώδης αφθονία δεν ήταν ικανή να βγάλει το παραμικρό ίχνος ευωδιάς, ούτε καν όσο μια άγρια βιολέτα. Ως κορώνα σε αυτό το πολύχρωμο φυτικό πυροτέχνημα έστεκαν κλαδιά μανόλιας, λάφυρα από τον Βοτανικό Κήπο, φουντωτά κλαδιά με σαρκώδη φύλλα και σε κάθε κλαδί από ένα μεγάλο άσπρο λουλούδι, σαν τους μεταξωτούς φιόγκους στα μαλλιά των «κοριτσιών από σπίτι» που ο kamerad Μπαντούρα παρομοίαζε (υπερβάλλοντας , ως συνήθως) με τις πουτάνες του λιμανιού. Προς το παρόν άθικτα έμεναν τα νεκροταφεία, γιατί ο Μπαντούρα στην έκκληση του «σε όλους τους ναύτες, σε όλους τους λιμενεργάτες, σε όλους που την αγάπησαν», απαίτησε αποκλειστικά ζωντανό λουλούδι και, προφανώς υπό το κράτος κάποιας, θα λέγαμε, μυστικιστικής έμπνευσης, ρητά απαγόρευσε να βεβηλωθούν οι τάφοι. Πιστεύω ότι μπορώ να αναπαραστήσω, έστω κατά προσέγγιση, τη ροή των σκέψεων του: «Το θάνατο δεν μπορείς να τον ξεγελάσεις. Το λουλούδι έχει μια σαφή διαλεκτική πορεία και ένα βιολογικό κύκλο όπως και ο άνθρωπος: από την άνθηση μέχρι τη διάλυση. Οι προλετάριοι δικαιούνται τις ίδιες επικήδειες τιμές με τα αφεντικά. Οι πουτάνες είναι προϊόν ταξικών διακρίσεων. οι πουτάνες (άρα) αξίζουν τα ίδια λουλούδια με τις δεσποινίδες από σπίτι». Κ.ο.κ.

Η σιωπηλή πομπή με επικεφαλής τον Μπαντούρα, μόλις έφτασε στα εργατικά προάστια, ύψωσε αμέσως τις κόκκινες και τις μαύρες σημαίες, και αυτές ανοίχτηκαν στον αέρα, πλατάγισαν σαν κακός οιωνός, το κόκκινο της φωτιάς και το μαύρο της νύχτας- σύμβολα με έντονες κοινωνικές αναφορές, παρόλο που τόσο θυμίζουν τη γλώσσα των λουλουδιών.

Στην άκρη του διαδρόμου που χώριζε τους τάφους των πλουσίων από τους τάφους των φτωχών, ο Μπαντούρα, τρεκλίζοντας ελαφρώς, σκαρφάλωσε σε μια εξέδρα από μαύρο μάρμαρο (ένας χάλκινος άγγελος κρατάει στεφάνι πάνω από την προ ετών εκλιπούσα νεαρή μακαρίτισσα) και μπροστά στο βουβό πλήθος από ξεσκούφωτους ναυτικούς και σοβατισμένες πόρνες εκφώνησε τον επικήδειο. Παρουσίασε τη ζωή της Μαριέττας σύντομα, σχηματικά: βασανισμένο παιδί προλετάριων από μάνα πλύστρα και πατέρα ρεμάλι που τερμάτισε τη ζωή του ως μέθυσος χαμάλης στο λιμάνι της Μασσαλίας. Κι ενώ ο ναύτης και επαναστάτης Μπαντούρα, με κόπο στον λαιμό και ραγισμένη φωνή επιχειρούσε να εντάξει τον επικήδειο λόγο του, αυτό το θλιβερό απολογισμό μιας δυστυχισμένης ζωής, στα πλαίσια της κοινωνικής αδικίας και της ταξικής πάλης, ξεστομίζοντας λόγια μίσους σαν να διάβαζε Μπακούνιν, δεν είναι δυνατόν να μην πρόβαλλαν μέσα του ζωντανές εικόνες αυτής της ζωής, σαν να ξεφύλλιζε παλιό άλμπουμ. (Και πιστεύω πως αυτές οι εικόνες πρέπει να συγχέονταν, ανεπαίσθητα, με αναμνήσεις από τα δικά του παιδικά χρόνια.) Το υπόγειο βυθισμένο σε ένα αρρωστημένο μισοσκόταδο, μέσα στη κάπνα τσιγάρων και την μπόχα του κρασιού και του γλυκάνισου. Οι ανυπόφορες σκηνές οικογενειακών καυγάδων, ξυλοδαρμοί, φωνές, κλάματα. Το κυνήγι των κοριών που σκάνε στη δάδα της αναμμένης εφημερίδας, καθώς η φλόγα γλείφει τους σομιέδες και τα κάγκελα στα σιδερένια κρεβάτια εκστρατείας, κατάμαυρα ήδη από την καπνιά. Το τελετουργικό ξεψείρισμα, τα βράδια, στο φως της αλλήθωρης λάμπας, όταν τα παιδιά σαν πίθηκοι σκύβουν το ένα πάνω στο άλλο, ψάχνουν στην κορυφή του κεφαλιού, στις ρίζες των ξανθών και μαύρων τσουλουφιών, και ανακαλύπτουν ολόκληρα τσαμπιά από κόνιδες. Τα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια ης μάνας, σαν βραστά μπαρμπούνια…

Το λόγο του πάνω από τον ανοιχτό τάφο διέκοπταν που και που με υστερικούς λυγμούς οι γερασμένες πουτάνες (οι οποίες πρέπει να αισθάνονται πιο οδυνηρά το εφήμερο της σάρκας και την απειλή της ανεπανόρθωτης φθοράς), καθώς και οι λιμενεργάτες που ξερόβηχαν και ρουθούνιζαν, ώστε να μην ξέρει ο Μπαντούρα αν αυτό ήταν πράγματι βήχας ή κάποιος σκληρός ναυτικός λυγμός, το αρσενικό υποκατάστατο του κλάματος, ίδιο ακριβώς με το ερζάτς αναστεναγμών και δακρύων που συνόδευε τα δικά του λόγια. (Άκουγε τη φωνή του σαν ξένη, αν από χαλασμένο φωνόγραφο, ενώ μέσα του ξεφύλλιζε αυτό το παλιό άλμπουμ, χρονολογικά, από την πρώτη συνάντηση με τη Μαριέττα.)

Τη πρωτοείδε ένα βράδυ του έτους 1919, στο λιμάνι του Αμβούργου, όπου μόλις είχε ξεμπαρκάρει από το Φράνκεν. Ήταν αργά το βράδυ, γκρίζος Νοέμβρης, και τα φανάρια του δρόμου τρεμόσβηναν στη καταχνιά. Την επομένη σε μια ταβέρνα του λιμανιού επρόκειτο να έρθει σε επαφή με το Apparat (ήταν καθορισμένα τα συνθηματικά) και μέχρι τότε να περάσει, απαρατήρητος, να μη διαφέρει σε τίποτα, στην εμφάνιση, την ομιλία, τη συμπεριφορά, από του εκατοντάδες, από τους χιλιάδες ναύτες που είχαν ξεμπαρκάρει εκείνη την ημέρα. Περπατούσε στο «Δρόμο με τις κούκλες» ανάμεσα σε μεθυσμένους ναυτικούς και νηφάλιους χαφιέδες που παρίσταναν τους μεθυσμένους ναυτικούς-, χαζεύοντας μέσα από τα χαμηλά παράθυρα τις διακριτικά φωτισμένες ροζ καμαρούλες. Οι λάμπες με τα κόκκινα αμπαζούρ φώτιζαν από το πλάι, όπως στους Φλαμανδούς ζωγράφους, τα πορτρέτα των Κυριών μέσα στη μενεξεδένια ατμόσφαιρα του σπιτικού τους, όπου το παραβάν, στολισμένο με παρακμιακές ίριδες, αυτό το λουλούδι της ακολασίας, καλύπτει τα μυστικά της ιδιωτικής ζωής (τα οποία ερεθίζουν, εφόσον κρύβονται, όπως ερεθίζουν οι πιέτες και τα ανοίγματα στα φουστάνια): πίσω από το παραβάν, ο σκληρός καναπές με το μπροκάρ κάλυμμα, σταθερός σαν μαούνα-βέβαια, ο Μπαντούρα γνώριζε την διαρρύθμιση του χώρου πολύ πριν συναντήσει την Μαριέττα!- και η αστραφτερή άσπρη λεκάνη από βερνικωμένη φαγιάντσα, και η λεπτή κανάτα με την υψηλά λαβή. Το ρόδινο φως της λάμπας αντανακλά στο γυαλισμένο ύφασμα του παραβάν, οι ίριδες σκουραίνουν, όπως και το κόκκινο μπροκάρ της καρέκλας στη μέση της βιτρίνας, εκεί που κάθεται η Κυρία. Είναι γυρισμένη λίγο προφίλ προς τον θεατή και στις πτυχές του φορέματος της θρυμματίζεται το πορφυρό φως της λάμπας. Έχει τις γάμπες σταυρωμένες και στα χέρια βαστάει πλεκτό. Οι βελόνες αστράφτουν πάνω από το εργόχειρο. Τα μακριά πυρόξανθα μαλλιά της πέφτουν πάνω στους ακάλυπτους ώμους, μέχρι το πλούσιο μισόγυμνο στήθος. Μια άλλη Κυρία, στη διπλανή βιτρίνα, έχει στα χέρια της βιβλίο, σαν μια νεοφώτιστη που διαβάζει Βίβλο. Κάτω από τα κόκκινα μαλλιά που της κρύβουν λίγο το πρόσωπο, τα καθρέφτισμα της λάμπας στα γυαλιά της. (Αν πλησιάσει πιο κοντά, ο θεατής μπορεί να διαβάσει με μεγάλα γράμματα τυπωμένο τον τίτλο: Ο Κόμης Μοντεχρίστος.) Με το σκούρο φουστάνι και το δαντελένιο γιακά, η φτηνή πουτάνα μοιάζει με φοιτήτρια της Χαϊδελβέργης… Και τότε είδε αυτήν, τη Μαριέττα. Καθόταν με τα πόδια σταυρωμένα, όπως και οι άλλες, λίγο στητή, με το τσιγάρο στο χέρι, με ένα ανοιχτόχρωμο σατέν φόρεμα. Κι όμως στην στάση της, στην εμφάνισή της, μέσα σ’ αυτό το τρυφερό ρόδινο φως όπου ήταν βυθισμένη σαν σε ενυδρείο (Αιώνια Σειρήνα όλων των ναυτικών), υπήρχε κάτι που αμέσως ερέθισε τον Μπαντούρα. Και όταν βρέθηκε στο δωμάτιο της, όταν εκείνη τράβηξε τη βαριά κουρτίνα από πράσινο βελούδο και έβαλε το ζεστό της χέρι κάτω από το πουκάμισο του τότε κατάλαβε: Η Μαριέττα δεν έπαιζε άσχετους ρόλους: ούτε την Νοικοκυρά, ούτε τη Φοιτήτρια, ούτε τη Νεοφώτιστη- ήταν ή μόνη που δεν είχε ανάγκη όλη αυτή την περίτεχνη και στημένη χορογραφία. Αυτή ήταν μοναδική, ανεπανάληπτη. Αυτή ήταν πουτάνα του λιμανιού.

«Αγάπησε και βοήθησε ναύτες απ’ όλα τα λιμάνια», ωρύεται ο Μπαντούρα σαν βρισκόταν σε διαδήλωση, «και δεν είχε καμιά προκατάληψη για το χρώμα του δέρματος, τη φυλή ή τη θρησκεία. Στα βυζιά της, μικρά αλλά όμορφα, όπως έλεγε και ο Ναπολέων Βοναπάρτης, ο αυτοκράτωρ του εγκλήματος, ακούμπησαν μαύρα και ιδρωμένα στήθη των ναυτικών από τη Νέα Υόρκη, τα άτριχα κορμιά των Μαλαισιανών, οι αρκουδίσιες παλάμες των λιμενεργατών του Αμβούργου και τα τατουάζ των μαουνιέρηδων της διώρυγας του Αλβέρτου. Στον κρινένιο της λαιμό αποτυπώθηκαν, σαν σφραγίδα της παγκόσμιας συμφιλίωσης, ο σταυρός της Μάλτας, και ο Εσταυρωμένος, και το άστρο του Σολόμωντα, και η ρώσικη Παναγίτσα, και το δόντι του καρχαρία και η ρίζα του μανδραγόρα σε φυλακτό, ενώ μέσα από τα τρυφερά της μπούτια κύλησαν ποτάμια καφτού σπέρματος, για να χυθούν στο ζεστό της κόλπο, στο μητροπολιτικό λιμάνι όλων των ναυτικών στη εκβολή όλων των ποταμών…»

Ακούει ο Μπαντούρα τη φωνή του, απόμακρη και ψυχρή, και μέσα του έρχονται εικόνες από τη Ζωή της Μαριέττας, τώρα πλέον χωρίς σαφή χρονολογία λες και τις σελίδες του άλμπουμ τις ξεφύλλιζε κάποιος άνεμος στη τύχη, λες και όλα αυτά τα είχε τα είχε δει ο ίδιος ο Μπαντούρα, με τα μάτια του. ( Η Μαριέττα, μετά την ερωτική τελετή, ξαπλωμένη δίπλα στους άνδρες που στ΄ αλήθεια αγαπούσε –κι αυτός ο επαναστάτης με την τρυφερή καρδιά ήταν ένας από αυτούς-, είχε την συνήθεια να μιλάει για τον εαυτό της σαν να εξομολογείται. Αναπολούσε το παρελθόν με μια παράξενη νοσταλγία, λες κι όλες αυτές οι ωμές ιστορίες, γεμάτες αηδιαστικές λεπτομέρειες, αυτές καθ’ αυτές ήταν ασήμαντες και σημασία είχε μόνο το γεγονός ότι όλα αυτά έγιναν πριν πολλά χρόνια και ότι τότε αυτή ήταν νέα, presque un enfant, σχεδόν παιδούλα.) Βλέπει, λοιπόν, ο Μπαντούρα έναν αισχρό μικρόσωμο Έλληνα να την πιάνει από το χέρι μια αποκριάτικη βραδιά και αυτή να είναι χλωμή και λίγο ζαλισμένη από την μπίρα, που της είχε ρουφήξει τον αφρό, σαν παιδάκι. Τη βλέπει να ακολουθεί αυτόν τον Έλληνα με βηματάκια υπάκουου πεινασμένου ζώου, μέσα στα στενά της Μασσαλίας που βγάζουν στο λιμάνι. να ανεβαίνει ύστερα τη σκοτεινή σκάλα σε ένα σπίτι κοντά στις αποθήκες του λιμανιού, σέρνοντας το χέρι στη κουπαστή με το χοντρό καραβόσκοινο μετά η σκέψη του παρακολουθεί, πάντα με την ίδια ακαθόριστη οργή, τα αποφασιστικά βήματα της προς μια πόρτα του τρίτου ορόφου. (Ο Έλληνας παραμένει στο βάθος της σκάλας για να της δώσει κουράγιο.) Στη συνέχεια το θέαμα μεταφέρεται στους δρόμους της Μασσαλίας, όπου η Μαριέττα, βαμμένη υπερβολικά, ακουμπάει όρθια στον πέτρινο τοίχο, λυγίζοντας το ένα πόδι σαν πληγωμένο πουλί…

«Kameraden, όλοι εμείς εδώ», συνεχίζει ο Μπαντούρα, «όλοι είμαστε μέλη μιας μεγάλης οικογένειας, εραστές, μνηστήρες, τι λέω: σύζυγοι της ίδιας γυναίκας, ιππότες της ίδιας κυρίας, αδέλφια που τους πότιζε η ίδια πηγή, που πίνανε ρούμι από το ίδιο μπουκάλι, που έκλαιγαν μεθυσμένοι στην ίδια αγκαλιά και ξέρναγαν στην ίδια λεκάνη, εκείνη πίσω από το πράσινο παραβάν…»

Μόλις σώπασε η ραγισμένη φωνή του Μπαντούρα, άρχισαν να πέφτουν στο φέρετρο οι πρώτοι σβώλοι χώμα, που το έτριβαν τα σκληρά χέρια των εργατών της θάλασσας σαν να αλάτιζαν εντόσθια κάποιου μεγάλου ψαριού. Πάνω από τον ανοιχτό τάφο πλατάγιζε το μετάξι των κόκκινων και των μαύρων σημαιών, που τώρα δεν ήταν παρά μόνο πένθιμα λάβαρα. Ύστερα το χώμα άρχιζε να σωριάζεται με τα φτυάρια, υπόκωφα να κρούει την κάσα, όπως ακούς όταν βάλεις το αυτί στην ξετρελαμένη καρδιά τη κοπέλας μετά το ερωτικό αγκάλιασμα. Τα λουλούδια τα έριχναν πρώτα ένα ένα, ύστερα σε μπουκέτα, ώσπου άρχισαν να πετάνε ολόκληρα δεμάτια, να τα δίνουν ο ένας στον άλλον, από χέρι σε χέρι, σαν να βρίσκονται στα χωράφια, σε κάποια συγκομιδή λουλουδιών, έτσι αδιάκοπα, από το παρεκκλήσι μέχρι αυτό το φτωχικό τετράγωνο του νεκροταφείου, όπου απλές ταφόπετρες και σάπιοι ξύλινοι σταυροί διαδέχονται τα γρανιτένια μνημεία και τις μπρούτζινες επιτάφιες πλάκες. Και κανείς δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν αυτό που τους ώθησε, τι ένστικτο, τι μέθη, τι πόνος, τι ταξικό μίσος ή τζαμάικα ρουμ, και παραβίασαν τις εντολές του Μπαντούρα. στη στιγμή ακολούθησε το θαύμα της επαναστατικής απειθαρχίας, η έκρηξη μιας ανεξήγητης εξέγερσης: οι ναύτες και οι σκύλες τους λιμανιού, αυτή η σκληρή φυλή, όρμησαν σύσσωμοι, λυσσαλέοι, μανιασμένοι, με δάκρυα στα μάτια και τρίζοντας τα δόντια, και άρχισαν να ξεπατώνουν τις γλαδιόλες των αφεντικών, να ματώνουν τα χέρια τους τραβώντας τα τριαντάφυλλα, να ξεριζώνουν τις τουλίπες μαζί με τους βολβούς, να κόβουν με τα δόντια τα γαρίφαλα, όλα αυτά να περνάνε από χέρι σε χέρι, από αγκαλιά σε αγκαλιά. Σε λίγο τα λουλούδια και η πρασινάδα έγιναν ολόκληρο βουνό, ένας βωμός από τουλίπες, ορτανσίες και τριαντάφυλλα, κρεματόριο από γλαδιόλες, ενώ ο σταυρός πάνω στο φρέσκο τάφο και ο ίδιος ο τάφος εξαφανίστηκαν κάτω από αυτή την τεράστια θημωνιά που σκορπούσε μια μυρωδιά σάπια σαν της μαραμένης πασχαλιάς.

Όταν επενέβη η αστυνομία, τα πολυτελή τετράγωνα του νεκροταφείου ήταν ήδη θερισμένα, ρημαγμένα, «λες και ένα σύννεφο από ακρίδες πέρασε πάνω από τη σκοτεινή αυτή περιοχή», όπως γράφτηκε στον Τύπο. ( Η Rote Fahne δημοσίευσε ένα ανυπόγραφο άρθρο όπου γινόταν λόγος για βιαιότητες της αστυνομίας που είχε συλλάβει και φυλακίσει καμιά εικοσαριά ναύτες.)

«Βγάλε το καπέλο», λέει ο Μπαντούρα στον συνομιλητή του. Ο Γιόχαν ή Γιαν Βαλτίν (έτσι τον έλεγαν νομίζω) μέσα σε ένα απροσδόκητο ξέσπασμα πόνου προσπαθεί να θυμηθεί το πρόσωπο της Μαριέττας. Θυμάται μόνο το λεπτό της σώμα και το βραχνό της γέλιο. Τότε για μια στιγμή μέσα στη μνήμη του ξυπνάει το χαμόγελο της. Η σκιά του προσώπου της, αλλά κι αυτό σε λίγο χάθηκε

«Πίστεψε με», λέει ο Μπαντούρα, «καμιά δεσποινίδα από σπίτι δεν θρηνήθηκε πιο ειλικρινά, Καμιά δεν κηδεύτηκε με μεγαλύτερες τιμές».


σε pdf

14 Ιουν 2007

Οι Μαύροι Πρίγκηπες


Οι «Μαύροι Πρίγκιπες» εκδόθηκαν στην Αθήνα το 1998 από τις εκδόσεις DESPERADO σε συνεργασία με τις εκδόσεις για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα. Το πέρασα σε ψηφιακή μορφή γιατί μου άρεσε πολύ. Σε pdf μορφή εδώ



Αντρέας Γιαννακός

ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ ΠΡΙΓΚΗΠΕΣ

¨Ένα θεατρικό αντι-κείμενο άμυνας ή φυγής"

DESPERADO

Οι «Μαύροι Πρίγκιπες» εκδόθηκαν στην Αθήνα το 1998 από τις εκδόσεις DESPERADO σε συνεργασία με τις εκδόσεις για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα. Η στοιχειοθεσία, η Σελιδοποίηση και το μοντάζ έγιναν στο Εργαστήρι της Ελευθεριακής Κουλτούρας με γενική επιμέλεια του Παναγιώτη Καλαμαρά. Κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα τον Χειμώνα του 1998, σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και η χρήση είναι ελεύθερη, αρκεί να αναφέρονται οι πηγές.


Αυτός που δεν γίνεται συντρίμμια

Αυτός που παραμένει ακέραιος

Και σηκώνεται ακέραιος

Αυτός παίζει.

Βάσκο Πόπα

ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ ΠΡΙΓΚΙΠΕΣ

Αυτό το βιβλίο δεν είναι τίποτα άλλο από την κατασκευή ενός βιβλίου από άλλα βιβλία. Ένα συνταίριασμα του γούστου και των ιδεών του συγγραφέα. Η φυλακή είναι η πραγματικότητα και η μεταφορά του μοντέρνου κόσμου και επίσης του σύγχρονου κόσμου μας. Ερασιτεχνικός λόγος (δηλαδή χωρίς το πνεύμα της επιβολής ή του συναγωνισμού), πολιτικό κείμενο (σ’ ένα σκοτεινό και απίθανο βάθος), αφήγηση με χαοτική δομή, ανάκατες σκέψεις, ενθυμήσεις, πρόσωπα, γεγονότα, ο πόνος της χαμένης παιδικότητας, η φυγή. Αλλά σαν κατακλείδα τίθεται το μεγάλο ερωτηματικό, αλλάζει η μοίρα του δρώντος προσώπου, κινείται το χέρι μπροστά…



Σκάρης: Εδώ μέσα στη φυλακή σαν έγκλειστος, σαν άγγελος, με φώτα φθορίου και χέστρες πάνω από το κεφάλι, με μια γεωμετρία, χώρου που απαιτεί να διαγράψουμε τη γεωμετρία του σχολείου και να έρθουμε στα συγκαλά μας πριν μας την βιδώσει εντελώς. Εντέλει άξιοι απόγονοι Ιστορικών ισοβιτών, ακροβατών και κλόουν που περιόρισαν την ζωή τους σ’ ένα καγχασμό, σ’ ένα μακροσκελές αντίο λυγούν πριν πέσουν νεκροί μπροστά στις μπότες των αστυφυλάκων η σε εκείνη λέμε την φωνή του εισαγγελέα που ετυμολογικά έρχεται ως άγγελος… εις.. εις άγγελος: ένας άγγελος ή Άγγλος. Εις… Αυτό το εις περικλείει τον κλειστό τόπο. Τη σμίκρυνση της γωνιάς σε ένα σημείο. Σημείο αυτοματισμού που περικλείεται αυτονομημένο και αποστρέφεται τον κόσμο.

Κασσαβέτης: «Εν αρχή ήν η πράξις» Νομίζω Φάουστ…Τη μέρα που σκότωσα έριξα μια φευγαλέα ματιά απ’ το παράθυρό. Ίσως να’ σουν εσύ το θύμα μου. Πάντως αμέσως μετά, δεν ήρθε στο νου μου η εικόνα σου. Πως τάχα να μου’ ρθει θα πεις… Η μητέρα μου ήταν. Ναι αυτή. Το μακρύ της χέρι. Της λέω: Να, μάνα πάρε το μαχαίρι, εσύ τον σκότωσες. Έδειξα τρομερή απάθεια. Έριξα το κύμα του φόβου πίσω μου. Του’ κλεισα για πάντα την πόρτα. ίσως λοιπόν έπρεπε να σκοτώσω, για να τον ξορκίσω; Ένοικος στο κατώφλι, τρελός μάγος με την κούπα στο χέρι, πλησίασα το τηλέφωνο. Ήρθαν με πήραν. Αυτό ήταν όλο. Όταν έφεραν τους αλλοδαπούς εδώ μέσα μυρίστηκα από την αρχή πως διακυβεύονταν η εξουσία μας. Η εξουσία των φυλακισμένων στη φυλακή των δεσμοφυλάκων και της Εξουσίας είναι το κυριότερο δείγμα του Ανθρώπινου πολιτισμού. Πάντα οι ξένοι είναι η αιχμή του δόρατος. Η απειλή. ΤΟ λάδι στη φωτιά. Οι Δαναοί, οι Σταυροφόροι, οι Τούρκοι, οι Μικρασιάτες, οι Πόντιοι, οι επαναπατρισθέντες, τα ποντίκια, οι κατσαρίδες στο σαλόνι μας, τα περιστέρια, οι δεκαοκτούρες, οι Ρωσοπόντιοι, οι Αλβανοί, οι Ρουμάνοι… κι ύστερα οι άλλοι χαίρονται την ελευθερία τους. «Εν αρχή ήν η πράξις», είπε νομίζω ο Φάουστ. Τώρα εμείς εδώ μέσα, σ’ έναν κλειστό χώρο , φυλακή πες το. Ως σύμβαση να το δεχτούμε, σου εκχωρώ το δικαίωμα να χέζεις τις ώρες που εγώ δεν χέζω, να εκποιείς το δικαίωμα μου της αναστολής την ώρα που αναπαύομαι, να αιτείσαι ακύρωση της ποινικής διαδικασίας την ώρα που ο διευθυντής ξύνει τη μύτη του με προοπτική να φάει μετά τρομερής βουλιμίας το μαύρο σιχαμερό κακάδι που θα εξέλθει εκ της δεξιάς ρουθουνότρυπας του…

Σκάρης: Βάλαμε φωτιά… Εγώ είχα στο νου μου το παράθυρο της δεξιάς πτέρυγας. Πόσο ευλύγιστα ήταν τα σίδερα εκεί το είχα ψυλλιαστεί, δεν πάει πολύς καιρός. Να κάνω το σεντόνι μου ένα τεράστιο μακαρόνι, να πιάσω την μια του άκρη και φσσσσστ να πέσω στην αγκαλιά της Ελευθερίας ή της απομόνωσης. Αυτό το διαζευκτικό πάντα παίζεται. Κανείς ποτέ του δεν ξέρει τι θα πετύχει από όλη αυτή την εξέγερση. Θα’ ρθουν εισαγγελείς, υπουργοί, δημοσιογράφοι… Κάτω από την καρδιά μου σέρνεται ένα φίδι που ροκανίζει το κεφάλι του… Το κεφάλι μου μέσα σε ένα καζάνι, βγάζει σπίθες και συλλαβές. Αναθεματίζω τη γαμημένη μου ζωή που δεν κατόρθωσα να διαβάσω την Οδύσσεια, που ποτέ δεν έμαθα τι πάει να πει σωστός οικοδόμος ή ρολογάς δήθεν, να κοιτά να ξανακοιτά τα μέρη να σκοτίζεται να φτάσει στο Σύνολο, να λέει: Να σήμερα, αύριο πάλι. Όοοχι εγώ ήθελα τώρα. Εκείνη τη στιγμή. Ούτε αύριο ούτε σήμερα. Τώρα. Όπως όταν σκότωσα αυτό που σκότωσες εσύ. Εντέλει ούτε και το θύμα μου άνηκε αποκλειστικά. Όλη την προεργασία (επιστημονική, μαστορική) την είχες κάνει εσύ. Ποιος είμαι λοιπόν; Σκάρης; Κασσαβέτης; η…; Τι λόγια, τι θα υποστηρίξω, τι θα ζητήσω έναντι, εσύ ποια λόγια θα πεις, ποιος θα βρίσει τον Διευθυντή, ποιος θα μετατεθεί Κέρκυρα, ποιος θα γράψει τραγούδι. Αυτός που μας έφτιαξε δεν ήταν συγγραφέας, ήταν Ελεεινός Ιππότης. Αυτό ήταν.

Κασσαβέτης: Είχα ένα δισταγμό μπαίνοντας μέσα. Η πόρτα βαριά έκλεισε πίσω μου. Καλώς ήλθες και με ‘φτυσε ο δεσμοφύλακας. Εδώ θα τρως όλο το φαγάκι σου. Θα είσαι καλό παιδί΄. Ε θα κάνεις αταξίες: ναρκωτικά και πουσταρλίκια… κατάλαβες τι εννοώ. Έτσι μου παν, μου πέταξαν και μια κουβέρτα. Από την πρώτη νύχτα κατάλαβα ποιες συμμορίες λυμαίνονταν εδώ το χώρο. Ο Μάκης ο Παραπίλιας ήταν αρχηγός, χειρότερος και από τον πιο στεγνό εισαγγελέα. Το πρώτο βράδυ με γαργάλισε με κοφτερό λεπίδι και είπε ξεβρακώσου. Ο Χοντρο-Τίμης γέλασε: Κασσαβέτη εδώ στο κάθετο σίδερο του κρεβατιού έχει μια λίμα, να μάθεις να λιμέρνεις τις επιθυμίες σου και τα σίδερα. Έτσι μου ‘πε ο κερατάς… όταν προχτές βάλαμε φωτιά φοβήθηκα μην πλακώσουν τα ΜΑΤ και μας σαπίσουν. Την άλλη φορά Σκάρη θα βάλουμε φωτιά τους πισινούς μας. Συν τοις άλλοις θα ‘ναι και πιο ωφέλιμο.

Σκάρης: Μου ζητάς δύσκολα. Το σήμερα θα είναι το ίδιο με το μόρσιμο ήμαρ μας. Νόστιμο και σβέλτο. Εκτός αν πετύχουμε ή μας βγάλει εκείνος ο κερατάς Οφίσιμος, εκείνος ξέρεις ο φιλάνθρωπος που μας μοιράζει Παναγίτσες και μας λέει: εξομολογηθείτε αμαρτήσατε αμαρτωλοί! Και όταν βγούμε, αν βγούμε, από δω θα μας σερβίρει φακή που ούτε τα ποντίκια την τρώνε και θα φωνάζει τον εισαγγελέα να μας κάνει κήρυγμα. Όχι δε θέλω εξόδους. Ας μεγαλώσει η ροδιά εδώ μέσα. Ας ανθίσει, ας καρπίσει. Και ρόδα με κρίνα ας σκεπάσουν τα λευκά τετράγωνα αυτής της φυλακής

Κασσαβέτης: Ο Ρουμάνος ο Πέπε τώρα στην απομόνωση. Τι σου λέει, ε; Νόστιμο τεκνό, ζόρικος. Αμέσως κατάλαβα από την ουλή στο πρόσωπο πως δε σήκωνε τσαμπουκάδες, ήθελε αρχηγιλίκια και τα τοιαύτα. Εμείς δεν τα σηκώναμε αυτά. Κακό ήταν; Έτσι γίνεται πάντα. Παίρνεις αφορμή από αυτό το γεγονός και ξεδιπλώνεις τη σημαία του μυαλού πάνω από τις σκοπιές του προαυλίου. Να χρωματίσω το τρίξιμο της πόρτας. Να σταματήσω την υγρασία των τοίχων. Να ζεστάνω τους αστραγάλους μου. Ο Χοντρο-Τίμης την ξεκίνησε όλη την ιστορία και το αποτέλεσμα; Μετά από την εξέγερση μας έκοψαν και τον περίπατο στο προαύλιο. Μας μπούκωσαν τη βιβλιοθήκη με αγίες γραφές. Όπου και αν στρέψω το βλέμμα μου αγίες γραφές. Ο εισαγγελέας αγία γραφή, ο Πέπε ο Ρουμάνος αγία γραφή, ο διευθυντής αγία γραφή. Πού είναι λοιπόν οι άνθρωποί μας Σκάρη; Άλλος στη Λάρισα, άλλος Κέρκυρα, άλλος Ναύπλιο, άλλος Κασσάνδρεια. Κανείς τους δεν αισθάνεται κανέναν τόπο σα σπίτι του. Τι αξία να δώσουν στα παλιοσίδερα; Αυτοί αγαπούν ν ανεβαίνουν τα βουνά. Αγαπούν το τραγούδι των πουλιών και προτιμούν τη στερημένη δράση περισσότερο απ’ το χρόνο. Είναι οι μόνοι, Σκάρη, άκου με που στο λέω, που καταλαβαίνουν τα λουλούδια. Είναι οι μόνοι που βιάζονται να εκπληρώσουν την αλήθεια.

Σκάρης: Οι θιασώτες του επαγγέλματος θα μας βασανίσουν. Εμείς θα ξαναβάλουμε φωτιές. Θα μας ρωτούν: αντέχετε ακόμη σκουλήκια; Και ίσως τους μόνους που θα συγκινήσουμε θα ‘ναι κάποιοι ποιητίσκοι η φιλοσοφάκοι.

Μετά θα μας μάθουν το δίστιχο:

Κουφάλες: μπάτσος-καραμέλα

Κουφαλίτσες: καραμέλα-μπάτσος

Θά ‘ρθουν μέρες που το κλάμα μας θα παγώσει. Μπροστά στον τοίχο θα κυματίζει η θάλασσα της μάνας μας. Θα ξεκρεμάσουμε τις φωτογραφίες με τις γυμνές μουνάρες, ξέρεις, εκείνες τις ζουμερές ξανθιές που το νάζι τους το ‘χουν στις τρίχες του μουνιού τους, και οι τσαμπουκάδες αυτού του ευαγούς ιδρύματος θα μας κάνουν πισωκολλητό με πιο δήθεν ευαισθησία…

Απεργία πείνας, πολιτικός θάνατος. Να η κατάληξη.

Κασσαβέτης: Μικρός όταν ήμουν, ονειρεύτηκα είδα το ΓέροΧειμώνα να μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου που κοιμόμουνα και να με τσιμπά στο στομάχι. Οι γιατροί είπαν δεν πειράζει, αφήστε το παιδί, έχει περιτονίτιδα σκωληκοειδίτη, μού ‘διναν ασπιρίνες. Παραλίγο να τα τινάξω. Έτσι ψυχρά λοιπόν χωρίς τόση δα ευαισθησία θα ερχόταν το μόρσιμο ήμαρ. Κι ύστερα εσύ μου μιλάς για πολιτικό θάνατο και κουραφέξαλα. Παρ’ το χαμπάρι ,είμαστε οι αχυράνθρωποι σ’ αυτή την αφανή εταιρεία της κούφιας κοινωνίας. Ταξιδεύουμε σε τρένο δίχως να κοιτάμε, δεν μπορούμε να κοιτάμε, δεν μας επιτρέπουν να κοιτάμε απ’ τα παράθυρα και συνειδητοποιούμε την κίνηση που μας παρασέρνει μονάχα από τις στάσεις, τα ξεκινήματα και τις στροφές. Και εγώ στάθηκα τυχερός, οι άλλοι όμως; Αυτοί ποτέ τους δεν ονειρεύτηκαν άσπρο κοτσύφι μ’ ένα χρυσό δαχτυλίδι στα σπάραχνά του.

Σκάρης: Τι τυχερός ρε μαλάκα. Εδώ μέσα στη ψειρού πήζεις. Όταν σκότωσες το θύμα μου ή το δικό σου καλά ήταν; Εγώ ήμουν αμέτοχος εσύ με παρεκίνησες. Ο αρχιτέκτονας ήσουν εσύ. Λόγια-εργασίες, διατριβές τα πάντα προσχεδιασμένα. Και τώρα εγώ πληρώνω. Η καμπούρα που φύτρωσε στη πλάτη μου κι αυτό δικό σου αριστούργημα.

(Κοροϊδευτικά) «Σκάρη να ‘χα τη καμπούρα σου» μου τσαμπουνούσες. Όμως εκεί… ώρες ατέλειωτες παιδευόσουν με τα γαμημένα τα σχέδια. Λίμερνες ολημερίς και οληνυχτίς τα εγχειρίδια, έτρωγες το φαγάκι της μαμάκας σου και κείνη την ώρα ακόμη είχες στο μυαλό σου το σατανικό σχέδιο. Περιπλανήθηκα στο λαβύρινθο της φυλακής. Όταν σε γνώρισα σε μια ακαθόριστη ώρα στο κελί 108 είχε περάσει πολύς καιρός. Βρήκες βενζίνη και φυτίλι, είπες θα τους φάμε αυτούς τους αλλοδαπούς δεν μπορούν, δεν είναι άξιοι αυτοί να κυβερνούν μέσα στην υγρασία του τοπίου… κι ύστερα λες εγώ ήμουν το θύμα σου. Μέσα από μακάβριες φωνές που επιτακτικά ζητούσαν να πετάξουμε τους νεκρούς, μια ακρίδα τζίριζε στους λαμπτήρες, δεν απαντούσες στις ερωτήσεις μου, ήσουν κολλητός του Μάκη του Παραπίλια, βράδυ και παίζατε μαξιλαροπόλεμο κι ύστερα απειλητικά συζητούσατε ίσαμε να ξημερώσει. Τα δόντια σας κίτρινα και τροχισμένα εκβιάζατε τους υπόλοιπους με πόνους οδοντιατρείων δίχως αναισθητικό. Ήθελα να πάρω τηλέφωνο… μάλλον θα αστειευόμουν. Στο επισκεπτήριο κανένας. Η δική μου και αυτή απομακρύνθηκε σιγά-σιγά από κοντά μου. Τελευταία μου είπε: Α ρε Σκάρη, εγώ πάνω σου είχα πολλά επενδύσει. Μα εσύ προτίμησες ένα φλυτζάνι γεμάτο δυστυχία παρά μια ζωή μονότονης θλίψης.

Κασσαβέτης: Ίσως να ήσουν εσύ το θύμα μου. Έτσι ανυπόμονος που ήσουν, βιαστικός, δεν έκανες για μυστικά σχέδια, για τρομοκρατικές ενέργειες. Ο χρόνος μέσα στην τεράστια κλεψύδρα του πηγαινοέρχεται σα γέρος ερημίτης που κατεβαίνει από την κορυφή για να βρει κάποιο άλλο μόριο του που θα πάρει τη θέση του και θα ανέβει αυτό στην κορυφή. Εσύ ήσουν έξω απ’ το χρόνο. Ώρες ατέλειωτες σκεπασμένος με την κουβέρτα, κάπνιζες σιχτιρίζοντας την άρχουσα τάξη της φυλακής, ίσως αναρχικός, ίσως πυροτέχνημα, δεν πήρες χαμπάρι πως οι πράξεις μετράνε και όχι η ακινησία. Βρίσκουμε τη χαμένη στο μισοσκόταδο σαρανταποδαρούσα και τη μεταστοιχειώνουμε σε πυγολαμπίδα… Καλύτερα να βάζαμε φωτιά στους πισινούς μας. Κι αν φύγει αυτός ο Διευθυντής θα ‘ρθει άλλος. Ίσως χειρότερος.

Σκάρης: Αδάμ

Άδης

Αθανασία

Αθηνά

Άλογο

Αιμομιξία

Αλχημεία

Αναγέννηση

Ανάσταση

Άνθρωπος

Anima

Αναπνοή

Αριάδνη

Ασκληπιός

Ασυνείδητο

Αυτοκτονία

Μέσα σε ασανσέρ, ένοικοι τιμωρημένοι, για να συνειδητοποιήσουμε την ανομία, να εξαγνισθούμε, Μητέρα, σου φιλώ τα πόδια εγώ ο Σκάρης ο δολοφόνος που ό,τι ήταν γραπτό αυτό έπραξα ξεδιπλώνοντας απλώς την πετσέτα σ’ ένα προαναγγελθέν και προμελετημένο δείπνο, ίσαμε την ωραία μέρα που θα κλωτσήσουμε κάτω απ’ το τραπέζι το θεό κι αυτή τη πετσέτα θα γίνει μαύρη σημαία στις κορφές των δέντρων και των επιθυμιών μας. Μέσα στη φυλακή έμπαινα σε σκοτεινές αίθουσες με πολλές πόρτες που οδηγούσαν σ’ άλλες πόρτες ή σ’ άλλες φυλακές. Ο φως δεν υπήρχε, ο χρόνος σταματούσε στα πόμολα όταν τα άγγιζα. Έσκυβα έβλεπα πάλι σκοτάδι, ανέβαινα τη μεγάλη σκάλα, το σκοτάδι σαν όγκος μ’ εμπόδιζε, ακουμπούσα στον πέτρινο χρόνο, πάλι σκοτάδι, όταν κάποτε άνοιξε μια πόρτα ζαλίστηκα από τη μυρωδιά σου Κασσαβέτη. Έλα να βάλουμε φωτιά, μου είπες. Σηκώθηκα σαν υπνοβάτης. Όχι, φώναξα. Λες «η πράξις Σκάρη» όμως τα πόδια μου παρέλυαν, το μυαλό μου σταματημένο στο ουμανιστικό κήρυγμα του Εισαγγελέα, μου ‘δινε κλωτσιά στα νεφρά, πονούσα. Διαμαρτύρεσαι για την απραξία μου. Απίθωσα την καμπούρα μου στον τοίχο, πήρα βαθιά ανάσα, είπα θα είμαι καλός κρατούμενος, θα τρώω το φαγάκι, θα ξάνω πρωινή γυμναστική, όχι ναρκωτικά, μετάνοιες στον παπά και τα τοιαύτα. Κι όλα αυτά για να ξορκίσω την τρέλα που σαν άλογο ατίθασο ποδοπατούσε το μυαλό μου, έπαιρνα στροφές ανάποδες, έλεγα αν είναι να έρθει ας έρθει, το πολύ πολύ να πεθάνω αυτό όλο κι ήρθα στο χώρο του Βήτα, όπως Βάκχος, Βάτος, Βράχος, Βουνό, Βάση, Βουλιάζω, Βούληση, Βλάκας, Βρυχηθμός, ίσως σώζοντας τα μυαλά μου. Πως ο άνθρωπος νοιάζεται για πάρτη του ακόμα και μέσα στη φυλακή! Ακόμα και στην τελευταία μου πράξη, όταν στο Δικαστήριο μπροστά σε Δικαστές και χωροφυλάκους έπρεπε ν εξηγήσω το φόνο μου: Ποιες κινητήριες δυνάμεις με ώθησαν, που γεννήθηκα, τι διάβασα, τι μελέτησα συστηματικά, έπρεπε για όλα να δώσω μια εξήγηση. Να δουν αν κόπιασα να φθάσω στο σημείο του φόνου. Ο εισαγγελέας μετά βδελυγμίας απέρριψε το τυχαίο, το στιγμιαίο, την έμπνευση της ψυχής μου που προχώρησε λίγο μακρύτερα από το Εγώ, ξέφυγε βρε αδελφέ μου από το σκατορασιοναλισμό τους. Όχι, δεν ήθελαν τέτοιους φόνους να δικάσουν. Δεν τους πήγαινε. Με απόφαση για τέτοια εγκλήματα θα βυθίζονταν η Ποινική Δικονομία τους, εκείνο το σιχαμερό καφέ βιβλίο που κορδωνόταν τόσο περήφανο στις βιβλιοθήκες τους με το χρυσό μονόγραμμα τους στη ράχη. Θα έπρεπε να εφεύρουν μια νέα στερεομετρία που να χωρά το έγκλημα μου. Γι’ αυτό σου λέω, δεν είμαι εγώ που κρατούσα το μαχαίρι. Όχι δεν είναι δυνατό να κρατούσα εγώ το μαχαίρι. Εγώ απ’ ανέκαθεν ήμουν εξόριστος, λεπρός, κάτοικος των σπηλαίων που με κολλούσαν κουδουνάκια των τρελών στις γειτονιές και τα καφενεία. Ένα σαχλοκούδουνο που μόνο ήξερε να σκαρώνει στιχάκια με ομοιοκαταληξία και να ζητά ψίχουλα από καλλιτέχνες. Ένας πνευματικά ανάπηρος με διαυγή την πορεία της ψυχής του στο χώρο του ονείρου. Εκεί που το χιόνι λαμπυρίζει κάτω απ’ έναν ήλιο της συμπόνιας, ερωτιάρη, λάγνο στις χάντρες και τα μεγάλα κοχύλια σαν κέλτικα κέρατα που ακούς τον ήχο τους μόνο για σένα

Κασσαβέτης: Είμαστε τα απειροελάχιστα σκουλήκια στην περιφέρεια ενός τεράστιου κύκλου. Ο κύκλος μας φαίνεται ευθεία. Ο χρόνος πίσω απ’ την πόρτα της φυλακής είναι πλασματικός. Ανάμεσα στην πόρτα της φυλακής και το σπίτι σου παρεμβάλλονται χιλιάδες ηλεκτρικοί λαμπτήρες. Μεταξύ της σκοπιάς της φυλακής και της χέστρας του κελιού παρεμβάλλεται ένα άπειρο σύνολο αριθμών. Αν συλλογιστείς πόσοι αριθμοί παρεμβάλλονται μεταξύ του μηδενός και του ένα… Έτσι η ζωή σου κυλά εδώ μέσα σαν μια ταινία που της αφαίρεσαν τον ήχο, σε αργή κίνηση, οι φωτιές, οι βηματισμοί των φυλακισμένων, γλώσσες φωτιάς έξω από τα παράθυρα των κελιών, αργές οι κινήσεις των χωροφυλάκων. Μέτρησα πενήντα δευτερόλεπτα να σηκωθεί το κλομπ των ΜΑΤ, να ανεμίσει το άσπρο σεντόνι που το αργογλείφει η φωτιά. Εδώ όλα καταμετρούνται διαφορετικά. 4, 625475310. Στης τύρβης το χώρο οι μικρές έλικες περιστρέφονται στο εσωτερικό των μεγάλων. Θα περάσουν εκατομμύρια χρόνια και μεις διαβάτες του κόσμου θα βρισκόμαστε ακόμα στο πρώτο βήμα. Όπως η γη μας φαίνεται επίπεδη, εμείς μυρμήγκια, ελαττωμένες σχεδόν στο μηδέν οι δραστηριότητες και οι ευθύνες μας, είμαστε έτοιμοι να βυθιστούμε στις απόκρυφες λειτουργίες του αοράτου. Να, ο εισαγγελέας πίσω από τις γρίλιες σηκώνει το ποτήρι του, αυτό σκάει στον αέρα, κρύσταλλο σε βαθύ δαμασκηνί χρώμα εκτινάσσονται στον ουρανό και αργοπέφτουν σα νιφάδες στη σκούρα μοκέτα του σαλονιού. Να, αντίκρυ και συ Σκάρη με ξυρισμένο το κεφάλι σου βάζεις ένα ποντίκι στην κορυφή του, ακούγεται Μπραμς σε αργές στροφές, βουβός χορεύεις ζεϊμπέκικο, δίπλα ο ναργιλές καπνίζει, με ένα λεπίδι χαϊδεύεις τώρα το αξύριστο μούτρο του εισαγγελέα (σου ‘ρχοταν να το ξεκοιλιάσεις το γουρούνι) από τους τοίχου τρέχει αίμα, στην πολυθρόνα μια αλουμίνιο λεκάνη γεμάτη γάλα. Οι φωτιές γλύφουν τις γλάστρες του βασιλικού. Ένα κλάμα μωρού σκίζει τη σιγή της στέππας. Ο δρόμος φαρδύς σαν το Διάστημα, τίποτα δεν του λείπει τίποτα δεν του περισσεύει. Αν δεν το βλέπεις είναι γιατί είσαι πνιγμένος στις σκοτούρες. Τα μάτια μας μέσα στη στενή δεν εστιάζονται κάπου συγκεκριμένα, πηγαίνουν παντού και γίνονται ένα με όλα. Η φυλακή Σκάρη μας καθάρισε το μυαλό, άκου τι σου λέω. Τώρα είμαστε έτοιμοι για τα πάντα.

Σκάρης: Μέσα στη ροή του έργου που ευτυχήσαμε εμείς σαν ηθοποιοί να ενσαρκώσουμε, δέχομαι ανεπιφύλακτα τη μεταμόρφωση. Εν αρχή ην το πλαίσιο. Σου προτείνω ΄να παιχνίδι. Το παιχνίδι των τρελών ποιητών όπου οι συνειδήσεις στριφογυρίζουν ανέμελα μεσ’ στο τυχαίο. Όπου κανείς δεν παίζει ρόλο κανένα. Μια φυλακή καμένη, όπου όλοι έχουν αποδημήσει και οι μισοί τοίχοι έχουν γκρεμισθεί, τόπος όπου τα παιδάκια παίζουν μετά το σχόλασμα. Εκεί μεταφερόμαστε, στην οδό Φιλίππου, μόνο κάπου κάπου οι πέτρες ξυπνάνε και απομαγνητοφωνούν κραυγές «κακούργα κοινωνία», «μάνα μου γιατί με γέννησες». Σου προτείνω ένα παιχνίδι. Το παιχνίδι των τρελών ποιητών. Μια διάτρητη κάρτα υπολογιστών. Οι τρελοί ποιητές υπολογίζουν. Παίρνουν μαζί τους εκείνον τον ζωγράφο με το καπέλο και τα άσπρα γένεια για να προμηθέψουν με χρώματα τον ουρανό. Κι αν σου μιλάω Κασσαβέτη δεν το κάνω για να επικοινωνήσουμε, είναι από συνήθεια. Το μόνο που με καίει είναι η αυθάδεια απέναντι σε κάθε στοιχειωμένη βεβαιότητα.

Κασσαβέτης: Αλήθεια, πριν το έγκλημα, ένιωθα όλοι να με προσέχουν όπως τώρα που την κατακρεούργησα. Έβλεπα ταινίες στον κινηματογράφο, άκουγα συνέχεια εκείνο το γαμημένο το «λιλί μαρλέν», πότιζα τα πνευμόνια μου με νικοτίνη, μπροστά στη θάλασσα ένιωθα βασιλιάς και όλα τα κορίτσια ήταν δικά μου. Τα βελούδινα χείλη τους, Δεκέμβρης μήνας, με ζέσταιναν, τα χνουδωτά μουνάκια τους ύγραιναν το πρόσωπο μου κι ήμουν ευτυχισμένος όταν στο μπαρ αγκάλιαζα εκείνη την ψηλή ευτραφή κυρία. Έβαζα με στοργή το κεφαλάκι μου στην κοιλιά της. Τάχα να αφουγκραστώ πως ζουζούνιζε το μωρό μας, έπινα ατελείωτα κονιάκ και χόρευα στους δρόμου τότε που κανείς δε με ήξερε και έκλεινα ραντεβού με την αεροσυνοδό που μου προμήθευε τζάμπα εισιτήρια για τη Βαρκελώνη επειδή τη γαμούσα όμορφα ,γλυκά, χωρίς να την πονάω. Γιατί την πρόσεχα, όταν είχε πυρετό της μαγείρευα σουπίτσες ή την ξεσάλιωνα όταν έκαμνε εμετό μετά από φοβερά μεθύσια. Έβλέπα μόλις ξυπνούσα, ακρογιαλιές πάνω στις αντένες και ξύλινους σταυρούς μέσα σε βούρκους, έβλεπα κρύσταλλα μέσα σε αλεύρι και τροχαλίες που ανέβαζαν συκώτια, έβλεπα το γράμμα Ζήτα να αιωρείται σε χώρους της εκκλησίας και φοβόμουν μη φτάσω στα άκρα, να φερ’ ειπείν να πάω μέσα στην εκκλησία για να αυνανιστώ. Έβλεπα θεϊκά σύμβολα ασυνήθιστα και φοβόμουν μη μου σαλέψει. Γιατί από τότε ήξερα πως τιμωρούν τους ελεύθερους, πως αυτούς που ζουν άγρια και επικίνδυνα, τους ρίχνουν στο σκοτάδι. Πάντοτε αναζητούσα τις φωτογραφίες του ονείρου, πάντοτε εκεί μέσα γινόντουσαν όλες οι θεατρικές πράξεις.

Σκάρης: Κασσαβέτη ποιος είσαι;

Κασσαβέτης: Ένα δέντρο που μετακινείται… Συχνά ήθελα να δώσω μια ερμηνεία στην ερώτηση: τι θεωρείτε επιτυχία; Απέτυχα, μέχρι που κατάλαβα πως το είδωλο της ουτοπίας είναι η ατέρμονη θέληση για παιχνίδι.

Σκάρης: Κασσαβέτη που βρισκόμαστε;

Κασσαβέτης: Εκεί που γεννήθηκα ήταν τόπος με ετοιμόρροπα μπαλκόνια και το χειμώνα είχε πολύ λάσπη

Σκάρης: Έδωσες την οδοντόβουρτσα σου στο φύλακα;

Κασσαβέτης: Προσπάθησα να αποφύγω την απομόνωση.

Σκάρης: Μιλάς… Ακόμη μιλάς;

Κασσαβέτης: Είναι το ελάττωμα μου μέχρι να μεταλλαχθώ σε ένα κουνούπι. Ένα τεράστιο κουνούπι που θα κάθεται κάθετο στον τοίχο. Εκεί που πέθανε ο παππούς μου, στο σαλόνι ή στο καφενείο παίζοντας ζάρια με το θεό.

Σκάρης: Πρόσεξε Κασσαβέτη ξέρω ότι εσύ με σκότωσες.

Κασσαβέτης: Σκοτώνουμε γιατί είμαστε παραγγελιοδόχοι κάποιου άλλου. Ο άλλός μας δείχνει τι να κάνουμε. Και μεις υπακούμε μέχρι να γίνουμε Άνθρωποι.

Σκάρης: (Παντομίμα-κίνηση του χεριού που δηλώνει: τι τρέχει ή καλύτερα τι συμβαίνει;)

Κασσαβέτης: Όλα τούτα μοιάζουν τυχαία είναι όμως απαύγασμα ενός εκλεπτυσμένου γούστου. Όταν μιλώ πηγαινοέρχεται ασταμάτητα και γω αντίστοιχα παίζω με τα λόγια σου όπως χορεύουν οι λέξεις όταν βγαίνουν από το μολύβι.

Κοίτα, μέσα από τη φυλακή νιώθω όλο τον κόσμο στην αγκαλιά μου, όλοι μικρά μολυβένια στρατιωτάκια, κοίτα πως χωρούνε μέσα στην τσέπη μου. Να σκαρώσω ένα ποίημα, ένα τραγούδι από εκείνα της τελευταίας μέρας της ζωής μας

Σκάρης: Ποιο τέλος;

Κασσαβέτης: Ήρθαν πολλά ερωτηματικά, ήρθαν και άνθρωποι ακόμη περισσότεροι, όμως οι φύλακες παρέμειναν Σκάρη.

Σκάρης: Γιατί μου το κάνεις αυτό; Παιδάκι μου πεθαινω.


μυστική.,,,,Μετά απ’ αυτό η μυστήρια περιπλάνηση του Κασσαβέτη συνεχίζεται. Κρατήστε την μυστική.

16 Μαΐ 2007

Ο αγαπημένος


Το είπαν και οι ειδήσεις….

Αυτό που με στεναχωρεί περισσότερο είναι που επιβεβαιώνεται η καραφοβία μου, ότι το ένιωσα πριν χρόνια να έρχεται και τώρα είναι εδώ. Έχει κάτι πικρό να επιβεβαιώνεται η χειρότερη πρόβλεψη σου. Και βλέπω ανθρώπους γύρω μου να τους πιάνει η καραπελπισάρα που την είχα φιλενάδα πριν χρόνια, γιατί τώρα εγώ κάνω παρέα με τον κυνισφόβο.

Είναι μέρες, βδομάδες τώρα που δεν μιλάω, είμαι ένας άλλος. Με λένε Καθεμέρας. Κάνω γνωστή διαδρομή. Ξυπνάω, πάω εκεί που πρέπει, πάω μετά κλέβω το σουπερμαρκτ και μετά πάω κοιτάω τον τοίχο. Α, αγκαλιάζω σαν κρετίνος και ζω σαρκική ευτυχία. Σε όσους με έχω κοινοποιήσει τα καθέκαστα με καμαρώνουν ότι έχω βρει άκρη και όλα καλά και με χαρτιά εντάξει. Όλα εντάξει είναι, αλλά όχι για μένα, ούτε για την επόμενη ανάσα μας.

Ήξερα κάποτε ότι υπάρχει ομορφιά και μαγεία και τώρα έχουμε χαθεί και γνωρίζω φίλες της και γνωστούς. Την είδα να περνάει περαστική και δεν με μίλησε. Όταν έχω όρεξη βγάζω εντάξει νότες, γίνομαι και νορμάλ άμα λάχει. Όταν σταματάει η παραπλάνηση ωστόσο και πέφτει η σιωπή, βγαίνουν τα μαχαίρια και οι μουγκοί λύκοι βόλτα..

Ρε πούστη, ούτε το προνόμιο να πανικοβάλλομαι δεν έχω πια…

Άκου λοιπόν πως τα λέει:

Άνθρωποι λυπημένοι

Δεν ξέρουν από πού έρχεται η λύπη τους

Άνθρωποι ευτυχισμένοι

Δεν ξέρουν από πού έρχεται η ευτυχία τους

Άνθρωποι που ψάχνουν δεξιά ή αριστερά

Δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν το δεξί από το αριστερό

Άνθρωποι που λένε πáντα “Εγώ και δικό μου”

Δεν ξέρουν τι είναι “Εγώ” και τι θα πή “δικό μου”

Μεβλανά τζελαλαντίν Ρουμί

15 Απρ 2007

Για τον ρασιοναλισμό σας (κουφάλες..)



είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,

οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ' έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ' το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ' ένα πάταγο αλλά μ' ένα λυγμό

Οι κούφιοι άνθρωποι

T.S. Eliot (1925)

28 Φεβ 2007

Το όνειρο


Δυο από αυτά:

Είδα ότι ήμουν με τις κάλτσες, το εσώρουχο κι ένα μπλουζάκι και είχα ντυθεί βασιλιάς. Μ' ένα κόκκινο σεντόνι για μπέρτα, ένα πλαστικό περιδέραιο σαν σωληνάκι διαφανές γεμάτο νερό και χρυσόσκονη δεμένο πίσω άτσαλα μ΄ ένα σκουριασμένο συρματάκι κι ένα ψεύτικο μπαστούνι. Και ήμουν σε μια πόλη άδεια και τριγύριζα έξω από ένα κτίριο που είχε είσοδο από δυο πλευρές και μέσα βρισκότανε όλοι, και τους είχα στήσει για ραντεβού. Και η Μαρία Aλμέιδα ήταν εκεί με τα μαλλιά βαμμένα μαύρα και είχε θυμώσει. Και μπήκα μέσα και χαμογελάσανε όλοι κι εγώ μαζί, και δίνω ένα σάλτο και φεύγει η μπέρτα και το μπαστούνι κι έχει πολύ πλάκα....

και τώρα το όνειρο κάποιου άλλου..

Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό στ' όνειρο που είδα χθες το βράδυ
κι ήμουνα απ' τη μια του κύκλου εγώ
κι εγώ από την άλλη
κι ήμουνα απ' τη μια του κύκλου εγώ ήμουνα εγώ κι από την άλλη
έτοιμος να μου αποκριθώ και να ρωτήσω πάλι
κι ύστερα χάθηκα μακριά χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας

Κι είδα ένα παιδί μικρό παιδί που έπαιζε και μου 'ριχνε στα ζάρια
το ύστερο του πόθου μου φιλί τα πρώτα παιδικά μου χάδια
κι εκεί- εκείνη τη στιγμή άκουγα να τραγουδάν εντός μου
ο ύπνος με το θάνατο μαζί
τραγούδια του ερωτός μου
κι ύστερα πάλι ξαφνικά χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας

Κι είδα τις ελπίδες μας σκιές βάδιζαν αμίλητα εμπρός μου
σύμβολα σημεία και μυστικές μορφές αυτού του μάταιου κόσμου
και είκοσι αιώνες σκοτεινοί έφταναν στο τέλος τους πια τώρα
κι από έναν κόσμο σ' άλλονε τελικά εμείς περνάμε λέει ώρα την ώρα
κι ύστερα πάλι ξαφνικά χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας
Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό στ' όνειρο που είδα χθες το βράδυ
κι ήμουνα απ' τη μια του κύκλου εγώ κι εγώ από την άλλη
πες μου τι είν' αυτά που βλέπω εδώ πρόφτασα να πω στον εαυτό μου
μη μιλάς μον' κοίτα και περνά λέει αυτός
και βγήκα από τ' όνειρό μου

11 Φεβ 2007

Η τρελή του Άμστερνταμ

Οπως και το 2002 που τοχα γράψει, για ένα περίεργο λόγο, έτσι και τώρα έχω ένα εισητήριο για το Παρίσι και βρίσκομαι σ' ενα δωμάτιο με σταματημένα ρολόγια. Ωστόσο κάτι έχει αλλάξει. Αυτή τη φορά έχω και εισητήριο για Μαδρίτη, με χρονική διαφορά δυο βδομάδων. Και καινούργια φωτογραφική μηχανή. Μόλις τα πήρα. Μη ρωτάς για τα λεφτά, δεν υπάρχουν. Είναι όπως στο είπα. Αλλάζω στάση. Ξεκίνησα χτες. Τώρα κρατάω την αναπνοή μου και κοιτάω με ψυχραιμία.

"..Κλείνω τα μάτια μου και μισοκοιτάζω βαθιά αυτή τη φωτεινή και κρύα μέρα. Το Άμστερνταμ είναι ένα καλλίγραμμο χάος που τους χωράει όλους. Είναι μια Ευρώπη δεκαετιών που δίνει το δικό αλαζονικό της χαρμάνι από μυρωδιές και χώρους. Να 'μαι στη βόλτα που κατεβαίνει τη Rokin τραβώντας και πάλι ολόκληρο το χειμώνα προς το πάρκο του μουσείου, μ' ένα ποδήλατο που αγόρασα από τους junkies για δέκα γκίλντες, χαζεύω το κόσμο που πηγαινοέρχεται κατά χιλιάδες. Η μάστιγα χτυπάει καθημερινά τα ντουβάρια της πόλης. Τα χνώτα δημιουργούν αιθάλες πάνω από ένα οικοδομικό σύνολο που είναι τόσο καθαρό όσο κι ένα παλιό τροχάδι. Τουρίστες μιλιούνια, χωριατοσπανιόλοι που βαριέμαι ν΄ ακούω, αγγλίδες φοιτήτριες, Αμερικανοί συνταξιούχοι και γκρουπ Γιαπωνέζων αλωνίζουν αδιάπαυστα τις πλάκες των πλατειών. Η πόλη έχει όλα τα καλά για να έρθεις και να τ' αρπάξεις. Assenwerke και μαύρο, μπλουζάκια και ξενικά διεγερτικά, καραγκιόζηδες που ήρθανε να γίνουνε μάγκες στο καζάνι όπου μαγειρεύονται τα πάντα. Όλα είναι απλωμένα σαν κεμπάπ στα ψητοπωλεία έτοιμα προς τη κατανάλωση. Στη μέση της πόλης υψώνεται ένα νησί με τη πειρατική σημαία της Frankreijk-μ' αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Ο οδηγός του καλού γκαβλάρα συνιστά να ξεράσεις τουλάχιστο μια φορά στο πλακόστρωτο, ν' ακούς τη παραμύθα για το τι παίζει κατά 'δώ και να σπεύδεις ολοταχώς. Σ' αυτή τη πόλη ο δρόμος από τον αντιξενέρωτο που θέλησε να γίνει επίτιμος δημότης με λωρίδα ως τον απελπισμένο κουρέλη που ζητάει φράγκα στους σταθμούς είναι βραχύς. Τόσο βραχύβιος όσο μια δανεικιά τζούρα. Η πόλη βρωμάει και υπερκαλύπτει τη κάθε αναίμακτη φιλολογία σαν υδρορροή που χύνεται στο βούρκο του καναλιού παραπέρα από το καφέ Crea. Λίγο πιο κάτω μια νάνος με ροκ δερμάτινο στέκεται μπροστά από την είσοδο ενός κλειστού πολυκαταστήματος και τραγουδάει με δυνατή παθητική φωνή. Συνάμα κοιτάζει και τον κόσμο στα μάτια, μια αριστερά, μια δεξιά σαν ν' απευθύνεται στον καθένα από αυτούς. Παραπέρα, ένας σκιν παίζει με τη γκάιντα σκοτσέζικους σκοπούς. Στα κόκκινα φανάρια οι πουτάνες στέκονται μέσα στη τζαμαρία για όλα τα γούστα, ενώ δίπλα ακριβώς ένα φορτηγό ξεφορτώνει κρέατα στην αποθήκη του σουπερμάρκετ στη Nieuwmarkt. Σαράντα γκίλντες, blow και πήδημα, το πολύ δεκαπέντε λεπτά, Γιαγιάδες, χοντρές, δασκάλες, καθολικές, με όλα τα χρώματα και όλες τις γλώσσες έχοντας ιδιαίτερη προτίμηση στη διάλεκτο του Σουρινάμ. Και οι πιο βλακώδεις φάτσες που θα δεις ποτέ σου από τουρίστες. Η καλύτερη ωστόσο θα είναι να πάς και λίγο παρακάτω, εκεί όπου θα ξενερώσεις στ' αλήθεια από την υπόγεια ομορφιά της αστυφιλίας. Καφές δίπλα στο κανάλι. Μη μείνεις όμως πολύ. Άστο για τους Αμερικανούς. Τράβα κατά το υπερσύγχρονο μουσείο όπου μοιράζουν πιστοποιητικά θανάτου σε συσκευασία δώρου, απόδειξη για τ' ότι πέρασες κι από κει, απόδειξη και για μένα τον ίδιο, για το πως η πρωτοπορία της τέχνης έγινε σίγουρα και η εξαφάνιση της. Είναι ν' απορείς στ' αλήθεια για το ότι χτίσανε αυτό τη σύγχρονη χωροταξία μόνο και μόνο επειδή κάποιος είχε ερωτευτεί τα χρώματα έναν αιώνα πριν. Από την άλλη τα έξοδα καλύπτονται από τα εκατομμύρια επισκεπτών κάθε χρόνο.

Ξαφνικά, με μια μικρή στροφή στο δρόμο μου, βρίσκομαι στην άλλη πλευρά της πόλης, εκείνη που ξέχασαν να δηλώσουν και μένει αμέτοχη κι ανενεργή. Για το καλό όλων μας. Βρίσκω κάπου να καθίσω… Ο τρόπος τούτης της χώρας μου προσβάλει την ιδιοσυγκρασία. Τούτης της χώρας, αλλά όχι και του Άμστερνταμ. Παράμερα της Λάιντσεπλάιν, μέσα από ένα στενό δρομάκι βλέπω μια γυναίκα να έρχεται. Φοράει ένα μακρύ φουστάνι, μαύρο-κυανό που το παρασέρνει ο άνεμος κυματίζοντας σερνάμενο στο πεζοδρόμιο. Μιλάει όλη την ώρα μόνη της. Χειρονομεί με τα χέρια σαν να εξηγεί στον εαυτό της κάτι σημαντικό που μόνο αυτή θα μπορούσε να ξέρει τη σημασία του. Έχει γκριζαρισμένα μαλλιά και, περιέργως ή ατυχώς, είναι όμορφη στο πρόσωπο. Έχει μια νηφάλια λάμψη που θα πρόσδιδε σ’ άλλη περίπτωση υπόνοιες χαρακτήρα. Αν δεν ήταν τα μαλλιά αχτένιστα και το μπουφάν που φορούσε πάνω απ’ το φόρεμα, παλιοκαιρισμένο-ξέχωρο από το ντύσιμο, σα να της το έδωσε ζητιάνος στο δρόμο-δε θα έβλεπες τίποτα παρανοϊκό στην εμφάνιση. Ίσα που μπορεί να την θαύμαζες κιόλας.

Όμως να, τη βλέπω να περπατάει στο πεζοδρόμιο και να χειρονομεί. Από ένα σπίτι βγαίνει μια κοπέλα μαζί μ’ έναν άλλο που κρατάει μια τηλεόραση αγκαλιά. Η τρελή περνάει από μπροστά τους και τη παρατηρούν που μιλάει μόνη της. Τη κοιτάζουν για λίγο έκπληκτα, ο τύπος με τη τηλεόραση λέει κάτι στη κοπελιά και ύστερα χαμογελάνε μεταξύ τους. Όχι όμως κακέντρεχα. Μετά στρέφουν τα κεφάλια προς τα πάνω και συνομιλούν με μια γυναίκα που στέκεται στο ανοιχτό παράθυρο. Το πορφυρό φουστάνι συνεχίζει τον δρόμο του. Το βλέπω καθαρά. Βρίσκομαι στους δρόμους μια πόλης-κράτους. Έξω από τα τείχη του συσσωρεύονται καθημερινά μιλιούνια βαρβάρων, κραδαίνοντας πλαστικά δόρατα κι ασπίδες από αλουμίνιο, έτοιμοι να τα εκπορθήσουν. Και τελικά το καταφέρνουν. Κοσμογονικές πλημμύρες των καναλιών ωστόσο, και κοροϊδευτικά συνθήματα στους τοίχους καταφέρνουν πάντα να πνίγουν τα ζωύφια, που σαν διαφημίσεις σκαρφαλώνουν σε κάθε γωνιά κι έκφραση της πόλης. Η τρελή συνεχίζει το βάδισμα της, με τη μόνιμη εξήγηση του χάους, το φόρεμα χορεύει στον άνεμο σαν σημαία, ο ήλιος γέρνει πάνω από τις γέφυρες με τα πενταόροφα σπίτια και παντού επικρατεί ηρεμία, μια γλυκιά ηρεμία σαν χαμόγελο του Mucha. Απαλοί θόρυβοι έρχονται από παντού, όπως τους νιώθεις σαν είσαι έτοιμος να κοιμηθείς, απομεσήμερο καλοκαιριού. Μια μελωδία βαλς κλαρινέτου μ’ ακορντεόν χαϊδεύει τ’ αυτιά μου, είναι θλιμμένη και αλλέγκρα συνάμα. Περνάω μπροστά από ένα βιβλιοπωλείο με αρχαία βιβλία της πόλης και τη θεωρία της Σούζαν Σόννταγκ για τη φωτογραφία. Ήρεμοι, στοργικοί πελάτες και ησυχία στο δρόμο, ένα παγκάκι στη Πρίνσεστραατ. Αυτό που νιώθω είναι σίγουρα ευτυχία, κι ευτυχία η οποία ξέρω που οφείλεται. Είμαι ένας μουγκός. Προσπαθώ να μιλήσω μα δεν βγαίνει τίποτα. Είμαι σαν εικόνα σε γκαλερί της Λάιντσε, βάζω στοίχημα πως αν όλοι σώπαιναν τώρα θα μπορούσαν να νιώσουν την χαρά αυτής της πόλης. Την επόμενη στιγμή όμως βγάζω μια κραυγή που σπάει τα κρύσταλλα και βλέπω πως η χαρά ξέρει και να ουρλιάζει, ή μάλλον να τραγουδάει σιγανά, με βαριά φωνή. Σαν την εξήγηση που μιλάει μόνη της. Η πόλη αυτή μου ερεθίζει την αντίληψη. Την νανουρίζει αρχικά, δίνοντας λίγη γλύκα του Γενάρη από τον ήλιο μπροστά στη καμπύλη της γέφυρας, γυμνώνει κάθε άμυνα με συνεπαίρνει κι εκεί, στο χαλάρωμα του απογεύματος, μπαμ! Ακούγεται ένα μπαμ, απαλό κι αυτό που μονολογάει στο δρόμο. Παίρνει και ζουλάει μια φλέβα μου στα μηνίγγια, μου μουδιάζει ολόκληρο το άνω σαγόνιο. Και μέσα απ’ αυτό, μου δίνει χαριτωμένα πρίσματα στον οφθαλμό, που μαζεμένα όλα μαζί, δε συμπυκνώνονται παρά στο πρόσωπο της τρελής..." (Ροττερνταμ, 2002)


3 Φεβ 2007

Για τον Κωστή Ν.

Στα δικαστήρια Άγκυρας με ξυρισμένο το κεφάλι

Επειδή τώρα έμαθα ότι "έφυγες" και με πείραξε. Επειδή μ' επηρρέασες. Και θυμάμαι μόνο εκείνη τη φάση, τότε που κατάλαβα τι άνθρωπος είσαι. Όταν είχαμε κλείσει τους δρόμους έξω απο τα γραφεία των φασιστών και φώναξα τον Νίκο "ρε μαλάκα" και επειδή έχετε το ίδιο επίθετο γύρισες εσύ, και κατάλαβες και χαμογέλασες. Και ήσουν και 25 χρόνια μεγαλυτερος. Επειδή τότε συνειδητοποίησα ότι δεν αγωνιζώσουν από επίκτητη υποχρέωση αλλα γιατί ήταν η ιδιοσυγκρασία σου. Και καθε μέρα στο νοσοκομείο, και με τους μετανάστες, και με τον Ξηρò στα δικαστήρια, και όταν σε κλείσαν μέσα οι τούρκοι και σε δικάζαν. Και δεν τα ξέρω μόνο εγώ αυτά αλλά και οι δυο χιλιάδες που έμαθα κατέβηκαν σήμερα στο νεκροταφείο να σε χαιρετήσουν. Απο φορείς μέχρι αυτόνoμοι. Υψώσαν σημαίες και σ' ακολούθησαν με τα πόδια, τραγουδώντας την παντιέρα και και το να κάνει ξαστεριά. Κωστή δεν σε ήξερα καθόλου σχεδόν. Αλλά τώρα θέλω εσύ να ξέρεις πως τον κόσμο τον έκανες καλύτερο. Και μένα μαζί.

(αφιερωμένο στον άνθρωπο και την πόλη του, που έκαναν την ομορφιά να δείχνει πιθανή)

31 Ιαν 2007

Almanecer

Δεν έχω να σου μιλήσω για την αυθυποβολή της θλίψης, δυστυχώς μου τελείωσε. Φαντάζομαι το βλέπεις ότι τα λέω καθαρά και ξάστερα, με αποδεκτά χρώματα και ορθογραφία. Τρόπος ίσως απωθητικός για την μυστικοπάθεια και την αισθητική που έχει πέραση, ειδικά μέσα στο ψηφιακό αυτό ιερό των εκμυστηρεύσεων. Το έχω αντιληφθεί τούτο, κάπου στην άκρη της οξύνοιας, όταν γεννιούνται οι τελευταίες λεπτομέρειες της δημιουργίας. Αυτό που δεν ξέρω όμως είναι αν αντιλαμβάνεσαι πως τα χαρίσματα σαφήνειας που εμφανίζονται εδώ είναι ακριβώς τα ίδια με ένα χαρτί επικήδειου. .…Αλλά ας πηδήξουμε μερικά χρόνια-ίσια κατευθείαν μέσα στο καζάνι των τρόμων..

“ Οι καταραμένοι έχουν πάντα ένα τραπέζι όπου μπορούν να καθίσουν και ν’ ακουμπήσουν τους αγκώνες τους στηρίζοντας στα χέρια τους το μολυβένιο βάρος των κεφαλιών τους. Οι καταραμένοι είναι πάντα τυφλοί και τα μάτια τους που κοιτάζουν τον κόσμο είναι νεκρά. Οι καταραμένοι είναι πάντα απολιθωμένοι κουβαλώντας μέσα τους ένα απροσμέτρητο κενό. Οι καταραμένοι έχουν πάντα την ίδια δικαιολογία που είναι η απώλεια εκείνου που αγαπούσαν περίπαθα..”

Για ακόμη μια φορά συνειδητοποιώ πως τα βήματα με πάνω πίσω. Υπάρχει μια όμορφη αιτία γι’ αυτό βέβαια. Η ρήξη είναι οριστική. Δεν μπορώ να επιστρέψω στην παραμύθα και να ανεχτώ τον τόπο. Σου μιλάω για κάτι πέρα από την ευαισθησία και την μυθοποίηση της ζωής. Και σίγουρα πολύ πιο πέρα από την γνώση, χρησιμοθηρία και τη γελοία χυδαιότητα. Υπάρχουν ένα σωρό αποσκευές. Το γεγονός ότι γεννήθηκα σ’ ένα μέρος που διώχνει τους ανθρώπους από την βλακεία του. Η αλαζονεία της κτήσης. Και μια αντίληψη που κραυγάζει: Φεύγουμε. Σαν κομμάτια ζωής που κυλάνε μέσα σ’ ένα ποτάμι σκοτεινό και αργό. Καταδιωκόμαστε από ένα σύνδρομο ανεπάρκειας που καμία οξεία πραγματικότητα δε βρέθηκε να το εξαλείψει. Παρά μόνο οικειοθελώς.

Αλλά ας μιλήσουμε για τόπους.

Η Ευρώπη θα στέκεται για πάντα πια γερασμένη, παρανάλωμα στη τεχνοκρατική mediocricia και τα επαγγελματικά γεύματα ξεχνώντας τις κουβέντες των καλύτερων και πιο αμαρτωλών παιδιών της-και συγκεκριμένα εκείνου που έλεγε πως οι χαρές αυτής της ζωής είναι αναρίθμητες μα ελάχιστες από αυτές αγοράζονται με το νόμισμα της λογικής. Παίζω ένα παράδοξο βάλς στο σάζι με brass συνοδεία και χαμόγελο εις μνήμην της.

Η Σκοτεινή Άνοιξη του Νότου παραμένει μπλε και σιωπηλή μπροστά στο άρωμα του πρώτου νυχτολούλουδου βράδυ Μάρτη και στο ξηρό χορτάρι που θα φυσά στο Αυγουστιάτικο αγέρι. Είμαι από εκεί λοιπόν. Λογοδοτώ σε μια γυναίκα εαρινή Μεσόγειος που δίνει ελπίδα όταν συνειδητοποιώ όπως τώρα πως έχω ξεχάσει να συζώ και το ημερολόγιο υπάρχει μόνο για να καταγράφει την ανιαρή θητεία της εξευγενισμένης φρίκης. Είμαι από εκεί.

..Κατηφορίζω σαν άσωτος υιός με μια ηδονική τεμπελιά στον δρόμο της νιότης μου..” Στα βαθιά καλοκαίρια της Ινδίας, θα επαναπροκύψει το τραγούδι της παιδικής ηλικίας, ο χρόνος έχει τελειώσει, ανάμεσα στα φύλλα και τη σκόνη, τα παιδιά στη άκρη του δρόμου σ’ ένα κόκκινο ηλιοβασίλεμα και τις γυναίκες που πλένουνε στο ποτάμι. Μακριά τεράστια γη από δέντρα και λόφους, πράσινη θέα από ψηλά και μια δροσερή μουσική που βρέχει τα πορφυρά ρούχα. Ο κόσμος από εκείνο το σημείο ποτέ δεν θα έδειχνε πιο απέραντος. Ζούμε μέσα στο όνειρο του Βράχμa και η καρδιά μου γίνεται νέα σ’ αυτό που οι αισθήσεις μου αγγίζουν…

Y despues se queda l’America patchamama. Πρέπει να πάρω αυτό το μάθημα. Θα με διώξει για πάντα από την συνήθεια της κάθε μέρας καθίζοντας με στον μαγικό ρεαλισμό. Θα πάω να παίξω με τα παιδιά των ιθαγενών αφού πρώτα συμμετάσχω στις γιορτές της δοξολογίας των νεκρών τους και θα προσπαθήσω ν’ αντιληφθώ τι σημαίνει προ-γενετήσιος, μη επίκτητος πόνος. Λες τα μαύρα μαλλιά της Αργεντινής να με κάνει να τυφλωθώ; Δεν ξέρω. Έτσι κι αλλιώς, ζούμε για το καλοκαίρι.

Προς το παρόν, απλά σου ζητάω να δεχτείς κάποιον που παραληρεί. Σταθερός και χαμένος, ανάμεσα στα άκρα. Περιμένοντας να δει το κόσμο να κερδίζεται χορεύοντας. Που υπόσχεται θαυματα. Για μαγεία σου μιλάω τόσην ώρα...

23 Ιαν 2007

Sexus..

"..Το γράψιμο, συλλογιζόμουν, πρέπει να είναι μια πράξη αποστειρωμένη από κάθε ίχνος θέλησης. Η λέξη πρέπει νάρθει στην επιφάνεια μοναχή της όπως ακριβώς συμβάινει με τα βαθιά ωκεάνια ρεύματα. Το παιδί δεν έχει ανάγκη να γράψει. Είναι αθώο. Ο άνθρωπος γράφει για να απαλλαγεί από το δηλητήριο πουχει συσσωρέψει μέσα του ο κίβδηλος τρόπος ζωής που κάνει. Με το γράψιμο πασκίζει να ξανακερδίσει την αθωότητά του κι ωστόσο το μόνο που καταφέρνει είναι να μολύνει τον κόσμο με τον ιό της απογοήτευσής του.

Κανένας δεν θα κατέφευγε στο γράψιμο αν είχε το κουράγιο να ζήσει τη ζωή σύμφωνα με τις αρχές του. Έτσι η έμπνευση του είναι από γεννησημιού της διαστρεβλωμένη. Γιατί αν αυτό που πεθυμά είναι να οικοδομήσει ένα κόσμο αλήθειας, ομορφιάς και μαγείας, ποιος ο λόγος να σωρέυει εκατομμύρια λέξεις ανάμεσα σ’ αυτόν και την πραγματικότητα του κόσμου μας; Γιατί αποφεύγει τη δραση-εκτός πια κι αν δεν επιθυμεί παρά ότι κι και οι άλλοι ανθρώποι, εκτος πια κι αν αυτό που λαχταρά είναι η δύναμη, η φήμη, η επιτυχία.

Ο τρεμουλιαστός και φευγαλέος κόσμος που στερεώνει στο χαρτί, είναι ο κόσμος του πληγωμένου αγγέλου. Ο πόνος. Το να βάζει κανείς τις λέξεις στο χαρτί είναι το ίδιο σαν να ποτίζει τον εαυτό του με ναρκωτικά…Το γράψιμο αυτό καθαυτό δεν το εκτιμούσα καθόλου, ακριβώς όπως δεν εκτιμούσα τον Θεό. Κανείς και τίποτα, κανένα ιδανικό δεν έχει και καμιά ιδέα δεν έχει την παραμικρή αξία αυτή καθαυτή. Κείνο που προσδίδει μια οποιαδήποτε αξία, είναι το πόσο όλα αυτά βοηθούν τον άνθρωπο να αποχτήσει συνείδηση της μοίρας του και του εαυτού του.

Λέξεις, προτάσεις, ιδέες αδιάφορο πόσο πρωτότυπες ή σπουδαίες είναι, τα πιο πρωτότυπα ποιητικά φτερουγίσματα, τα πιο βαθιά όνειρα, οι πιο δαιμονικές φαντασιώσεις, δεν είναι παρά σκληρά ιερογλυφικά χαραγμένα με πόνο και λύπη για να διατηρήσουν την μνήμη ενός γεγονότος που είναι αμεταβίβαστο.

Σ’ έναν έξυπνα οργανωμένο κόσμο δεν θα υπάρχει ανάγκη να κάνει κανείς τέτοιες παράλογες προσπάθειες για να καταγράψει τέτοια λογής θαυμαστά γεγονότα..Το μόνο που πετυχαίνει- ίσως -ένα μεγάλο έργο τέχνης είναι το ότι μας βοηθά να ξαναθυμηθούμε ή μάλλον να ονειρευτούμε όλα όσα είναι ρευστά, φευγαλέα κι άπιαστα..

Σκέφτομαι και καταλαβαίνω όλα τούτα πλαγιασμένος μες στην σκοτεινή μνήμη μιας καλοκαιριάτικης μέρας χωρίς ναχω καταφέρει να μάθω ή τουλάχιστο να προσπαθήσω να μάθω την τέχνη των ιερογλυφικών.."

Henry Miller

21 Ιαν 2007

Για τις κινούμενες Πόλεις


Απο την Μαύρη Άνοιξη:


"..Η πόλη είναι αξιαγάπητη όταν αρχίζει ο γλυκός αχός του θανάτου. Ζωή πρόκληση ενάντια στη φύση, η ζωή της: ο ηλεκτρισμός της, τα ψυγεία της, οι ηχομονωμένοι τοίχοι. Κουτί πάνω στο κουτί, υψώνει στεγνούς τοίχους, με λάμψη βαμμένων νυχιών και φτερά που κυματίζουν στο ρυτιδιασμένο ουρανό. Εδώ στα βάθη των φερέτρων μεγαλώνουν αιώνια λουλούδια σταλμένα με τον τηλέγραφο. Κάτω στις κρύπτες του ποταμίσιου βυθού φλέβες χρυσού. Μια αχτινοβόλα μαρμάρινη έρημος με τηλέφωνα που χτυπούν δυνατά.

Νωρίς το βράδυ, την ώρα που ο θάνατος κροταλίζει την ραχοκοκαλιά, το πλήθος μετακινείται συμπαγές, αγκώνα με αγκώνα, κάθε μέλος της μεγάλης αγέλης οδηγημένο από μοναξιά. Στήθος με στήθος μπροστά στον τοίχο τον φτιαγμένο από εγώ, την ματαιότητα, την απομόνωση, σαρδέλα πάνω στην σαρδέλα, ζητώντας όλοι το παγκόσμιο ανοιχτήρι της κονσέρβας. Νωρίς το βράδυ. Όταν το πλήθος ραντίζεται με ηλεκτρισμό. Όλη η πολιτεία ορθώνεται στα πισινά της πόδια και συντρίβει τις πύλες. Μέσα στον πανικό, ο αφηρημένος άνθρωπος χωρίζεται απ’ τον τεφρό του εαυτό και στροβιλίζεται μέσα στ’ αυλάκι της μοναξιάς του…

..Είναι τόσο όμορφος ο χειμώνας της ζωής, με τον ήλιο να σαπίζει μακριά και τους άγγελους να πετούν προς τον ουρανό μ’ εκρήξεις φωτιάς στα πισινά. Αργά και συλλογισμένα περπατάμε μέσα στους δρόμους... Σήμερα ακόμη με συντροφεύει μια μικρή στιγμή Προόδου και Εφεύρεσης, καθώς ανηφορίζω το δρόμο προς την κορφή του βουνού. Αύριο κάθε πόλη του κόσμου θα καταρρεύσει. Αύριο κάθε πολιτισμένη ύπαρξη πάνω στη γη θα πεθάνει από δηλητήριο κι ατσάλι. Αλλά σήμερα υπάρχει ακόμα μουσική δωματίου, όνειρο αυταπάτη. Τα τελευταία πέντε λεπτά... Αυτή είναι η πόλη, κι αυτή η μουσική. Απ’ τα μικρά μαύρα κουτιά βγαίνει ένας ατέλειωτος ποταμός ρομαντισμού, που μέσα του θρηνούν κροκοδείλια..

Και τώρα σας αφήνω και την άγια σας ακρόπολη. Εγώ πάω τώρα να κάτσω πάνω στη κορφή του βουνού, να περιμένω άλλα δέκα χιλιάδες χρόνια, ενώ εσείς θα αγωνίζεστε να φτάσετε στο φως. Ελπίζω πως για τούτο το βράδυ θα μπορούσατε να θολώσετε τα φώτα, θα μπορούσατε να κατασιγάσετε τα μεγάφωνα. Αυτό το βράδυ θα μ’ άρεσε να σκεφτώ λίγο εν ειρήνη και ηρεμία. Θα μ’ άρεσε να ξεχάσω λίγο πως συνωστίζεστε γύρω από την κηρήθρα σας των πέντε και δέκα σεντς.

Αύριο εσείς μπορείτε να φέρετε την καταστροφή του κόσμου σας. Αύριο μπορεί να τραγουδάτε στον παράδεισο πάνω από τα καπνίζοντα ερείπια των πολιτειών του κόσμου σας. Αλλά απόψε θα μ’ άρεσε να σκεφτώ έναν άντρα, ένα μόνο άτομο έναν άνθρωπο χωρίς όνομα ή χώρα, έναν άντρα που τον σέβομαι γιατί δεν έχει τίποτε το κοινό μαζί σας – ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ. Απόψε θα συλλογιστώ αυτό που είμαι.."

Henry Miller

Villa Seurat-Paris

1934-35

Για τις κινούμενες πόλεις

(κάθε μέρα που περνάει χωρίς…)